ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΠΟΥ ΠΛΗΓΩΝΑΜΕ (1987)
- ΕΙΔΟΣ: Κοινωνικό Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Δήμος Αβδελιώδης
- ΚΑΣΤ: Γιάννης Αβδελιώδης, Νίκος Μειωτέρης, Μαρίνα Δεληβοριά, Κατερίνα Κυριακώδη
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 62'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: NEW STAR
Δύο 10χρονα αγόρια μαλώνουν και χωρίζουν πάνω που τελειώνει το σχολείο, μα συναντιούνται ξανά το καλοκαίρι κι ωριμάζουν μέσα από διάφορα μικροπεριστατικά.
Τούτη η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Δήμου Αβδελιώδη ήταν η μεγάλη έκπληξη του 27ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης (το 1986), από το οποίο και έφυγε με μία «ειδική μνεία» από την Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου. Φτιαγμένη με ελάχιστα μέσα, αλλά όχι φτωχική, και μ’ ένα θέμα που έρχεται σε καταφανή διάσταση με τη συνήθη θεματολογία του κινηματογράφου μας, αποδείχθηκε πολύ πιο αποτελεσματική από άλλες «μεγάλες» παραγωγές και πολύ πιο δελεαστική απ’ αυτές. Και παραμένει μέχρι σήμερα μία καθαρόαιμη ταινία με παιδιά, μία από τις ελάχιστες (και εξαιρετικές) παιδικές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου.
Η δράση τοποθετείται στη Χίο του 1960, λίγες ημέρες προτού κλείσουν τα σχολεία για τις καλοκαιρινές διακοπές. Τότε είναι που χαλάει η φιλία ανάμεσα σε δύο αγόρια, τον Γιάννη (Γιάννης Αβδελιώδης) και τον Βαγγέλη (Νίκος Μειωτέρης), χωρίς κανένα απ’ αυτά να το θέλει πραγματικά. Ήταν μία άτυχη στιγμή, που δεν θ’ αργήσει να ξεπεραστεί, καθώς τα δύο παιδιά θα ξανασυναντηθούν σε διάφορες στιγμές της κοινωνικής ζωής του νησιού. Στις εκδηλώσεις αυτές θα ζήσουν το «δικό» τους καλοκαίρι, συντροφιά με όλους τους άλλους πιτσιρικάδες και συνομήλικούς τους, το οποίο περνά χωρίς να το καταλάβουν.
Ο σκηνοθέτης κοιτάζει τον κόσμο με το καθαρό βλέμμα του ανθρώπου μιας άλλης εποχής κι ενός άλλου κόσμου, όπου ο αυθορμητισμός, η φρεσκάδα και η ελεύθερη άσκηση της φαντασίας ήταν πράγματα εφικτά και δεν υπόκειτο σε αναστολές, αλλά ούτε και σε περιορισμούς. Μεταχειρίζεται με αυθεντικότητα ένα πραγματικά πρωτογενές υλικό, κινεί με απόλυτη ελευθερία την κάμερά του, για να καταγράψει τα μικροπεριστατικά από τις διακοπές των ανήλικων πρωταγωνιστών του, σε ανοικτούς ως επί το πλείστον χώρους, και αποδεσμεύει μία ανενδοίαστη ευαισθησία, τρυφερότητα, πικρία και ρομαντική διάθεση αναπόλησης.
Παρόλο που τα γεγονότα που παρακολουθούμε μοιάζουν αποσπασματικά και ετερόκλητα μεταξύ είναι, δένονται το ένα με το άλλο με διαβολική εξυπνάδα, γνώση και συνέπεια, ο δε εικονικός κόσμος του φιλμ, γραφικός σε κάποιο βαθμό, συνεπαίρνει τον θεατή και τον προ(σ)καλεί για μία αναδρομική κατάδυση στον σκωπτικό αναρχισμό και τη νεανική τρέλα των μικρών «σατανάδων», που θαρρείς κι έχουν βγει από τα προσωπικά βιώματα των παιδικών χρόνων του ίδιου του Αβδελιώδη. Οι αλκυονίδες ημέρες είναι της νιότης του.
