FreeCinema

Follow us

ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΕΥΧΟΝΤΑΙ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΜΟΥ (2021)

(THOSE WHO WISH ME DEAD)

  • ΕΙΔΟΣ: Θρίλερ Δράσης
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Τέιλορ Σέρινταν
  • ΚΑΣΤ: Αντζελίνα Τζολί, Φιν Λιτλ, Νίκολας Χολτ, Έινταν Γκίλεν, Τζον Μπέρνθαλ, Τζέικ Γουέμπερ, Μεντίνα Σένγκχορ, Τάιλερ Πέρι
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 100'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: TANWEER

Μικρό αγόρι κρατά αποδεικτικά στοιχεία που μπορούν να «κάψουν» άπαντες τους εμπλεκόμενους σε οικονομικό και πολιτικό σκάνδαλο μεγατόνων. Αυτοί, ευχόμενοι… τον θάνατό του, επιχειρούν να κάψουν ολόκληρο δάσος. Ποιος θα βγει αλώβητος;

Εκ των πλέον επιφανών σεναριογράφων που ανέδειξε το Χόλιγουντ την τελευταία δεκαετία, ο Τέιλορ Σέρινταν χτύπησε κορυφή μ’ εκείνο το καταπληκτικό σενάριο του «Πάση Θυσία» (2016), για το οποίο (μεταξύ πολλών άλλων διακρίσεων) κέρδισε και σχετική οσκαρική υποψηφιότητα. Με το αστυνομικό θρίλερ μυστηρίου «Στα Ίχνη του Ανέμου» (2017), ο Τεξανός γραφιάς αποφάσισε να περάσει για πρώτη φορά μπροστά από την κάμερα (αφού το «Vile» του 2011… δεν το υπολογίζει ούτε ο ίδιος!), διατηρώντας σταθερά την ιδιότητα του σεναριογράφου και συνεχίζοντας να επιδεικνύει τον προβληματισμό του για την «χαμένη» αμερικανική επαρχία των αχανών εκτάσεων και του κοινωνικού αποκλεισμού. Σε τούτη τη νέα του σκηνοθετική – σεναριακή απόπειρα, ο Σέρινταν, κάπως ξώφαλτσα έστω, συνεχίζει να κινείται στα γνώριμα νερά της «Americana», μπολιάζοντας όμως τους στοχασμούς του με δράση που παραπέμπει σε action film της δεκαετίας του ’90, σε συνδυασμό με ταινία καταστροφής του ’70! Το εγχείρημά του κάπου τσουρουφλίζεται καθώς παίζει με τη φωτιά (#diplhs), μα παρά τις εδώ κι εκεί αστοχίες του, τα εγκαύματα του δεν φτάνουν στον άκρως επικίνδυνο… τρίτο βαθμό, κρατώντας το ενδιαφέροντος στοιχειωδώς.

Το στόρι ξεκινά με την εσπευσμένη φυγή ορκωτού λογιστή από το σπίτι του, όταν από τηλεοράσεως πληροφορείται τον θάνατο (εξαιτίας «ατυχήματος»…) του αφεντικού του. Γνωρίζοντας πολύ καλά τι διακυβεύεται και κρατώντας στα χέρια του αποδείξεις ικανές να κάνουν τα πλέον υψηλά ιστάμενα πρόσωπα να χάσουν για τα καλά τον ύπνο τους, αρπάζει τον μικρό του γιο και κατευθύνεται προς την εξοχή της Μοντάνα, γυρεύοντας ασπίδα προστασίας από τον αστυνομικό αδελφό του. Το σχέδιό του δεν πηγαίνει όπως το φανταζόταν, αφού δίδυμο αδίστακτων πληρωμένων φονιάδων αντιλαμβάνεται τις κινήσεις του και καταφέρνει να τον βγάλει από τη μέση. Η «δουλειά», όμως, μένει ημιτελής, μιας και ο πιτσιρικάς βρίσκει τρόπο να διαφύγει μαζί με τα πολύτιμα στοιχεία, με τους εκτελεστές να ξεχύνονται ξοπίσω του όντας αποφασισμένοι να ολοκληρώσουν αυτό που άρχισαν. Όταν ο μικρός πέσει στην αντίληψη πυροσβέστριας, η οποία θα αναλάβει να τον προστατέψει, τότε οι hitmen συλλαμβάνουν τη μεγάλη ιδέα: αντί να παίξουν αμφίβολης επιτυχίας κρυφτούλι στο δάσος και να χάσουν πολύτιμο χρόνο, ρίχνουν μπουρλότο κανονικό, αφήνοντας μια πυρκαγιά να κάνει τη δουλειά τους! Η Χάνα, όμως, παρά την επαγγελματική δυσμένεια στην οποία έχει υποπέσει εσχάτως, δεν παύει να είναι πυροσβέστρια. Και, όσο να ‘ναι, κάτι ξέρει από φωτιές…

Αμφότεροι οι δύο βασικοί χαρακτήρες κουβαλούν μέσα τους ένα βαρύ τραύμα. Ο μικρός Κόνορ μόλις έχει γίνει αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονίας του πατέρα του, νιώθοντας τον θανατικό κλοιό να σφίγγει γύρω και από τον ίδιο. Η Χάνα, από την άλλη, προσπαθεί ν’ αφήσει πίσω της μοιραίο λάθος που διέπραξε κατά τη διάρκεια πυρόσβεσης στο πρόσφατο παρελθόν και το οποίο κόστισε αθώες ζωές. Η σχέση που αναπτύσσουν πατά επάνω στο δίπολο αναζήτησης στοργής κι εξιλέωσης αντίστοιχα, επειδή όμως δεν πρόκειται περί ενδοσκοπικού τύπου μελόδραμα, τούτη η προσέγγιση ελάχιστα έχει κάτι το ουσιαστικό να πει. Ως εκ τούτου, τα διαρκή flashback που σταδιακά αποκαλύπτουν την κρίσιμη εκείνη εσφαλμένη κρίση της Χάνα, εκτροχιάζουν την αφήγηση, αφού όχι μόνο διακόπτουν το συμπαθή action ρυθμό του φιλμ, αλλά ευνουχίζουν (και) το απολύτως «ολοκληρωτικό» εύρημα του δολοφονικού εμπρησμού. Αντί, δηλαδή, να μεγεθύνονται τα όσα συμβαίνουν στο παρόν με τις φλόγες, τους πυροσβέστες, (τα ανύπαρκτα) έντρομα πλήθη και το disaster θέαμα, το στόρι συχνά πυκνά επιστρέφει άνευ λόγου και αιτίας στο παρελθόν, επιχειρώντας να προβεί σε κάποιου τύπου ψυχογράφημα της εύθραυστης Χάνα.

Το δίδυμο των εκτελεστών, από την άλλη, για κάποιους μυστήριους λόγους παραμένει σταθερά μυστηριώδες. Αφήνοντας επί μέρους την τρελά επιτυχημένη μαντεψιά τους περί των επόμενων κινήσεων του ανθρώπου που έχουν αναλάβει να καθαρίσουν, το casting των Νίκολας Χολτ και Έινταν Γκίλεν δεν διεκδικεί κάποιο βραβείο επιτυχίας. Η σημαντική διαφορά ηλικίας που τους χωρίζει, οδηγεί στην (αυθαίρετη) εικασία πως πρόκειται για πατέρα και γιο, χωρίς να λαμβάνουμε ουδεμία πληροφορία γι’ αυτούς, πέραν του γεγονότος πως είναι σαδιστικά αδίστακτοι όταν αναλαμβάνουν μια δουλειά. Ακόμα και οι χειρότερες ταινίες καταστροφής των seventies, δυο-τρεις βασικές πληροφορίες για το από πού κρατά η σκούφια του κάθε ήρωα, τις έδιναν. Το δε μέγα σκάνδαλο, που σε περίπτωση που «σκάσει» θα βάλει φωτιά στα μπατζάκια πολλών, ουδέποτε ξεκαθαρίζεται επί της ουσίας, αν και κάτι τέτοιο σοβαρή ζημιά δεν κάνει, αφού σε εύπεπτη ταινία δράσης ήρθατε και ουχί στις… «3 Μέρες του Κόνδορα» (1975).

Ως αντιστάθμισμα σχετικής εξισορρόπησης των άνωθεν αστοχιών, ο Σέρινταν προτάσσει καλοστημένες σεκάνς old school πιστολιδίων και έντασης, όπου το ζεύγος του αστυνομικού (Τζον Μπέρνθαλ) και της εγκυμονούσας συζύγου του (Μεντίνα Σένγκχορ) κλέβει με άνεση την παράσταση. Ο απειλητικός κίνδυνος που ενσκήπτει εξαιτίας της πυρκαγιάς, αν και σε καμία περίπτωση δεν φτάνει σε μέγεθος αυτό που ίσως περιμένει κανείς, με τα πολλά την κάνει τη δουλειά του, πλην όμως κάπου στο φινάλε νιώθεις πως όλα όσα προηγήθηκαν δεν ήταν παρά ένα πρόσχημα προκειμένου να δοξαστεί το σπάνιο σώμα πρόληψης και πυρόσβεσης των αποκαλούμενων smoke-jumpers, να αποδοθεί η ράθυμη ζωή της γαλήνιας επαρχίας, αλλά και να επισημανθούν οι κίνδυνοι που απειλούν με καταστροφή το περιβάλλον (ακόμη κι όταν αυτοί αποκαλούνται… ηλεκτρικές καταιγίδες!). Ας μην βάλουμε στο κάδρο της σύγκρισης τον «Μάρτυρα Εγκλήματος» (1985) του Πίτερ Γουίαρ κι αφήσουμε πίσω μας αποκαΐδια…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Μουλτιπλεξάδικης λογικής action film, το οποίο παρά τις προσδοκίες που γεννά το περιτύλιγμά του (κυρίως από την πρωταγωνιστική παρουσία της Αντζελίνα Τζολί), περισσότερο με miss μοιάζει παρά με hit. Δεν πρόκειται για κάποιου είδους φιάσκο, αλλά η αστοχία του σε σημαντικά μέρη της αφήγησης είναι εμφανής, μαζί και η αμηχανία του να υποστηρίξει τις διαφορετικής λογικής υποπλοκές του. Για χαλαρό δίωρο σε θερινό δεν είναι καταστροφική ως επιλογή, αρκεί να έχετε βάλει χαμηλά τον πήχη της προσμονής.


MORE REVIEWS

DIGGER

Ο Νικήτας έχει βγάλει διαζύγιο με την υπόλοιπη κοινωνία και ζει σαν ερημίτης σ’ ένα χαμόσπιτο, στη καρδιά ενός δάσους στη Βόρεια Ελλάδα. Ο ερχομός της «ανάπτυξης» απειλεί τη γη του, μα περισσότερο δύσκολη θα είναι η διαχείριση του ενήλικα (πλέον) γιου του, ο οποίος επιστρέφει μετά από απουσία είκοσι ετών για να ζητήσει το μερίδιό του με δικαιώματα κληρονόμου.

ΤΟ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑ

Ο Στίβεν είναι καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Ζει ευτυχισμένος με τη γυναίκα του και τα παιδιά τους, μέχρι τη στιγμή που γνωρίζει την Άννα, μία μαθήτριά του από την Αυστρία, φίλη ενός αριστοκρατικής καταγωγής σπουδαστή. Ο ευκατάστατος οικονομικά, ευυπόληπτος κοινωνικά και τακτοποιημένος οικογενειακά Στίβεν, αισθάνεται έλξη για τη νεαρή κοπέλα, αλλά δεν έχει ούτε τη φυσική ούτε την ηθική δύναμη ν’ αντιμετωπίσει τις συνέπειες μιας σχέσης μαζί της.

ΑΝΤΕ ΓΕΙΑ ΔΗΜΑΡΧΕ!

Δήμαρχος άσσος της ρεμούλας τοποθετεί στη θέση του τη σύζυγό του, μέχρι τουλάχιστον να περάσει η μπόρα των αποκαλύψεων που μετά βεβαιότητος θα τον φέρουν σε δύσκολη θέση έναντι του Νόμου. Μήπως, όμως, ισχύει και για τους Δημάρχους το ουδέν μονιμότερον του προσωρινού;

ΓΙΑΛΝΤΑ: Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΣΥΓΧΩΡΕΣΗΣ

Νεαρή γυναίκα, καταδικασμένη σε θάνατο για τη δολοφονία του συζύγου της, έχει μια τελευταία ευκαιρία να σώσει το κεφάλι της. Το μόνο που έχει να κάνει είναι να πείσει πως αξίζει τη συγχώρεση… των τηλεθεατών και της κόρης του θύματος σε «δικαστήριο» δημοφιλούς reality show!

ΣΤΗ ΖΑΛΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

O σαιξπηρικός μύθος του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας επιβιβάζεται σε πολύχρωμο roller coaster της Στοκχόλμης, μετατρέποντάς τον σε pop παραμύθι απαγορευμένου έρωτα. Η σκανδιναβική «απάντηση» στον… Μπαζ Λούρμαν;