Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΗΣ ΑΝ ΛΙ (2025)
(THE TESTAMENT OF ANN LEE)
- ΕΙΔΟΣ: Ιστορικό Μουσικό Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μόνα Φάστβολντ
- ΚΑΣΤ: Αμάντα Σάιφριντ, Λούις Πούλμαν, Τόμασιν ΜακΚένζι, Κρίστοφερ Άμποτ, Βαϊόλα Πρέτζον, Μάθιου Μπίαρντ, Ντέιβιντ Κέιλ, Στέισι Μάρτιν, Σκοτ Χάντι, Τζέρεμι Γουίλερ, Τιμ Μπλέικ Νέλσον
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 137'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: FEELGOOD
Επηρεασμένη από την επαφή της με μια ομάδα Κουακέρων στο Μάντσεστερ του 18ου αιώνα, η Ανν Λι μετατρέπεται χάρη στην πίστη της σε ηγέτιδα των Shakers και στα 1774 μεταναστεύει με τους οπαδούς της στην Αμερική για να ιδρύσει μία ουτοπική κοινότητα.
Πόσο άδικα σπαταλημένος κόπος! Αυτό σκεφτόμουν διαρκώς παρακολουθώντας το φιλμ της Μόνα Φάστβολντ με… απίστευτες δόσεις υπομονής (που ένας απλός θεατής σίγουρα δεν θα έχει στο σινεμά). Με αφετηρία μια ιστορική φιγούρα που θα μπορούσε να γεννήσει ένα καθηλωτικό πορτρέτο πίστης, εμμονής και πνευματικής εξουσίας, τούτη η ταινία καταφέρνει μονάχα να «αποστειρώσει» κάθε έννοια δραματουργικής αφήγησης σε μία κινηματογραφική παραγωγή, η οποία τελικά ελάχιστα μένει στη μνήμη ως εικαστική «άσκηση ύφους», καθώς ενδιαφέρεται πρωτίστως για το καλλιτεχνικό «πρόσωπό» της και ουχί για (απόντα) μυθοπλαστικά χαρίσματα. Αυτά σίγουρα έχουν πάρει… διαζύγιο από την ώρα της συγγραφής του σεναρίου της (το υπογράφει η Φάστβολντ και ο σύντροφός της, Μπρέιντι Κόρμπετ, γεγονός που λύνει αρκετές απορίες…).
Με μία σκηνοθετική έπαρση ασύγκριτου μεγέθους (το φιλμ προβλήθηκε στο εξωτερικό και με κόπιες 70mm!), η Φάστβολντ δίνει ακραία λεπτομέρεια σε σκηνογραφία, φωτισμούς, πλαναρίσματα, μοντάζ, έως και συνοδευτικά γραφικά, μα ξεχνά εντελώς (!) να αφηγηθεί την ιστορία της ηρωίδας της, η οποία αγωνίζεται να σχηματίσει μια κάποια προσωπικότητα, χαμένη μέσα στο ενοχλητικά διαρκές και (δήθεν) «επεξηγηματικό» voice-over (λες και το έργο έπρεπε να διαβάζεται!), όσο και στις ξαφνικές… τραγουδιστικές εξάρσεις που μετατρέπουν την ταινία σχεδόν σε… μιούζικαλ, δίχως να αντιλαμβάνεσαι τη λογική του όλου σκεπτικού («Yentl» θα λέτε και θα κλαίτε!). Αν προσθέσουμε και τις «τελετουργικές» χορογραφίες ή τις άναρθρες κραυγές «έκφρασης» της θρησκευτικής έκστασης, το πράγμα φλερτάρει επικίνδυνα με την παρωδία (είναι αδύνατον να αποφύγεις το γέλιο όταν στον πλου προς την Αμερική το πλήρωμα του καραβιού απειλεί να πετάξει στη θάλασσα τους πιστούς της Ανν Λι εάν δεν το βουλώσουν…)!
Αν και το σεξ (σταδιακά) αποτελεί μία σαρκική αμαρτία που… διώκεται και εξοστρακίζει κάθε ορκισμένο Shaker από τη συγκεκριμένη σέκτα, το ίδιο το φιλμ λειτουργεί αρκετά «πονηρά» με όρους οφθαλμολαγνείας (ενίοτε και με… kinky προεκτάσεις!), προκαλώντας παράδοξες αντιθέσεις σχετικά με τη θεματολογία του, όσο και (μοιραία) με την τιμιότητα των προθέσεων των ηρώων του. Η σύγκρουση ιδεών και πάθους οδηγεί τον δογματικό λόγο του έργου προς την αμφισβήτηση (ή την ακύρωση) – όλα αυτά, δε, εντός πλαισίου πλήρους σοβαροφάνειας και βραδύκαυστου στόμφου που αντικαθιστούν ρυθμό, ένταση και ψυχή από το φιλμικό αποτέλεσμα.
Μονάχα το οπτικό στοιχείο προκαλεί το ενδιαφέρον, μαζί με την υποδειγματική αφοσίωση της Αμάντα Σάιφριντ να υποδυθεί την Ανν Λι σε ένα project υπερφίαλα φιλόδοξο, μα… ευλαβικά (οποία ειρωνεία) άκαμπτο στο φινάλε, δίχως να έχει κάτι να πει, να προτείνει ή να (υπεν)θυμίσει. Πραγματικά, τούτη η «Διαθήκη» είναι λες και (προ)κατασκευάστηκε για να την προσκυνήσουν στα φετινά Όσκαρ! Το γεγονός ότι δεν προτάθηκε σε καμία κατηγορία αποτελεί ένα είδος απόδειξης των λεγομένων μου…
