THE SMASHING MACHINE: Η ΚΑΡΔΙΑ ΕΝΟΣ ΜΑΧΗΤΗ (2025)
(THE SMASHING MACHINE)
- ΕΙΔΟΣ: Βιογραφικό Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μπένι Σάφντι
- ΚΑΣΤ: Ντουέιν Τζόνσον, Έμιλι Μπλαντ, Ράιαν Μπάντερ, Μπας Ράτεν
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 123'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: ΣΠΕΝΤΖΟΣ
Βίος και… γρονθοκοπήματα του Μαρκ Κερ, πρώην wrestler και τροπαιούχου mixed martial artist, στο χρονικό διάστημα μεταξύ 1997 και 2000, με βάση το βιογραφικό ντοκιμαντέρ «The Smashing Machine: The Life and Times of Extreme Fighter Mark Kerr» (2002) του Τζον Χάιαμς.
Δεν έχει τύχει να παρακολουθήσω το προαναφερθέν ντοκιμαντέρ, όμως, βλέποντας τούτο το φιλμ του Μπένι Σάφντι, μου προκλήθηκε η εξής απορία: τι το τόσο αξιομνημόνευτο είχε η ζωή του Μαρκ Κερ, ώστε να μεταφέρεται και στο σινεμά μυθοπλασίας; «Η Καρδιά Ενός Μαχητή» ασχολείται με ένα πρόσωπο… παντελώς άγνωστο στο ελληνικό κοινό (όχι κάτι που αφορούσε και τους παραγωγούς της ταινίας, προφανώς) και το κύριο (αν όχι μοναδικό) πλεονέκτημά της σχετίζεται με τις ερμηνείες των βασικών πρωταγωνιστών της.
Κατά τα άλλα, ο Σάφντι καταγράφει στιγμές του Κερ με τη σύζυγό του, Ντον Στέιπλς, ανάμεσα σε προκλήσεις αγώνων μεικτών πολεμικών τεχνών, όπου η θέληση για νίκη κυριεύει σώμα και μυαλό σε απίστευτο βαθμό, παραγνωρίζοντας κάθε σωματικό πόνο. Παθιασμένος με αυτό το άθλημα, ο Κερ (όπως παρουσιάζεται στο φιλμ, έστω) είναι ένας «οδοστρωτήρας» του ring που βρίσκει ψυχική υποστήριξη όχι από τους γύρω του, αλλά από τα knock out που σκορπίζει στους αντιπάλους του. Ταυτόχρονα, απομονωμένος από κοινωνικές συναναστροφές και δίχως να έχει δημιουργήσει δική του οικογένεια ακόμη, ζητά όλο και πιο συχνά τα οπιοειδή που καταναλώνει δίχως ιατρικό έλεγχο, καταλήγοντας εξαρτημένος σε επικίνδυνο βαθμό.
Ο Σάφντι φιλμάρει με ντοκιμαντερίστικη διάθεση, περιορίζοντας τη δράση του έργου στο ring ή την οικία του ζευγαριού (ένα… άλλου τύπου «ring», τελικά), «εγκλωβίζοντας» το καταστασιακό του έξω από πολιτικοκοινωνικές αναφορές ή επιδράσεις, λες και δεν υπήρχε άλλος κόσμος πέρα από τα δρώμενα που παρακολουθούμε, με τον Κερ να ταξιδεύει για μετάλλια ανά τον κόσμο και να «χτυπάει» ενέσεις για να αντεπεξέλθει οργανικά. Οι ήρωές του είναι απόλυτα ρηχοί και… «κανονικοί», δίχως τα φόντα να προσφέρουν υλικό για ενδοσκόπηση, με το σενάριο του Σάφντι να αδυνατεί να εξηγήσει τους χαρακτήρες του σε μία περισσότερο ψυχαναλυτική βάση. Άρα, ή αφήνεται στο… μη περιεχόμενο της ύπαρξής τους ή κάτι βαθύτερο… δεν υπήρξε ποτέ μέλημά του. Σταδιακά, όλη αυτή η προσέγγιση κάπως πληγώνει και τη σημασία της ύπαρξης του ίδιου του φιλμ, καθώς ο θεατής δυσκολεύεται να ψυχολογήσει (όσο) και να ταυτιστεί, είτε με τον Μαρκ είτε με την Ντον.
Δεν είχα αμφιβολίες για τις υποκριτικές ικανότητες του Ντουέιν Τζόνσον, όσο κι αν έχει καθιερωθεί η… υποτίμησή του λόγω των φιλμικών επιλογών του σε blockbuster-ικές περιπέτειες. Μπορεί εδώ να βρίσκεται στο στοιχείο του (σωματικά), όμως, καταφέρνει να δώσει ψυχή σ’ αυτόν τον «αγαθό» γίγαντα λογικής killer, που ζει για να λατρεύεται από το αδηφάγο κοινό των αγώνων πάλης. Αν ο Σάφντι του πρόσφερε τη δυνατότητα (μέσω του σεναρίου πρωτίστως) να ψαχτεί ακόμη περισσότερο στον εσωτερικό ψυχισμό του Κερ και σε μία ερμηνεία της ανάγκης να συμπεριφέρεται έτσι, σίγουρα θα μιλούσαμε (και) για κάτι οσκαρικό. Όσο για την Έμιλι Μπλαντ, επίσης δίχως αντίβαρο υπόβαθρου για εξερεύνηση, πατάει σε σιγουράκια εκφράσεων και look «λαϊκιάς», white trash γκόμενας που δεν την χαντακώνουν, αλλά και δεν της πιστώνουν κάτι το εξαιρετικό υποκριτικά.
Αυτό το «ΟΚ, καλοί είναι» των ερμηνειών ταιριάζει και με το συνολικό συμπέρασμα που μπορεί να βγάλει κανείς για την «Καρδιά Ενός Μαχητή», η οποία σίγουρα δεν δικαιολογεί τη φήμη του (ενός από τους αδελφούς) Σάφντι ως δημιουργού, καθώς το φιλμ δεν προτείνει κάτι ουσιωδώς σπουδαίο ή καινούργιο σκηνοθετικά, πόσω μάλλον για το συγκεκριμένο genre (αθλητικού background), το οποίο στο πρόσφατο παρελθόν μας έχει προσφέρει αριστουργήματα σαν το «Foxcatcher» (2014).
