ΡΟΟΥΖ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΡΟΟΥΖ (2025)
(THE ROSES)
- ΕΙΔΟΣ: Κομεντί
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Τζέι Ρόουτς
- ΚΑΣΤ: Μπένεντικτ Κάμπερμπατς, Ολίβια Κόλμαν, Άντι Σάμπεργκ, Κέιτ ΜακΚίνον, Νκούτι Γκάτγουα, Σουνίτα Μάνι, Ζόι Τσάο, Τζέιμι Ντιμιτρίου, Άλισον Τζάνεϊ
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 105'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: FEELGOOD
Ο Θίο και η Άιβι γνωρίζονται σ’ ένα λονδρέζικο εστιατόριο, ερωτεύονται κεραυνοβόλα, παντρεύονται στην Καλιφόρνια, όπου και κάνουν οικογένεια, τραβάνε ζόρια χωριστά και (σταδιακά) ιδιαίτερα ανταγωνιστικά κι όταν δεν πάει άλλο πια, ζητάνε διαζύγιο με «λάφυρο» το ονειρεμένο σπίτι που σχεδίασε κι έχτισε εκείνος… με τα λεφτά εκείνης.
Βγήκα από την αίθουσα με μια τεράστια απορία: τι διάολο συμβαίνει σ’ αυτό το βιβλίο, τελικά; Το «The War of the Roses» του Γουόρεν Άντλερ μεταφέρθηκε για πρώτη φορά στο σινεμά το 1989 («Ο Πόλεμος των Ρόουζ»), σε σκηνοθεσία του Ντάνι ΝτεΒίτο. Ο Τζέι Ρόουτς (σκηνοθέτης με εντελώς παλαβή φιλμογραφία και έμφαση στην κωμωδία) ανέλαβε να μας το υπενθυμίσει, πάνω σε μία σεναριακή διασκευή του… Τόνι ΜακΝαμάρα («Η Ευνοούμενη» και «Poor Things»)! Ο τελευταίος, αν και Αυστραλός, χαρακτηρίζεται από το βρετανικού στυλ, φλεγματικό και αρκούντως εγκεφαλικό χιούμορ, το οποίο εδώ κάπου αισθάνεσαι να «σκοντάφτει» στο υφολογικό… αμερικανιάς του καταστασιακού. Έτσι, αυτό που μένει (κυρίως) από το «Ρόουζ Εναντίον Ρόουζ» είναι ένας «εναλλακτικός» τίτλος (μου) που θα ταίριαζε καλύτερα στο όλο εγχείρημα: Αγγλικό Πνεύμα Εναντίον Αμερικανικής Χοντράδας. Το (πιο) αστείο είναι πως δεν έχω κανένα πρόβλημα, ούτε με το πρώτο ούτε (και) με το δεύτερο. Γι’ αυτό και μπορώ να διακρίνω… την ήττα του συγκεκριμένου φιλμ.
Το «Ρόουζ Εναντίον Ρόουζ» μοιάζει με βρετανική κομεντί σχέσεων που «μετακόμισε» με… πλαστό διαβατήριο στις ΗΠΑ! Οι χαρακτήρες που υποδύονται οι Μπένεντικτ Κάμπερμπατς και Ολίβια Κόλμαν γνωρίζονται στο Λονδίνο και κάνουν οικογένεια στην Καλιφόρνια, κουβαλώντας μαζί τους τα witty μπαγκάζια της προέλευσής τους. Όλη αυτή η αντίθεση ξενίζει από την αρχή, αλλά καταντά να ενοχλεί στο δεύτερο μισό της ταινίας, η οποία απομακρύνεται ιδιαίτερα από τα προφίλ των ηρώων του βιβλίου (και της φιλμικής μεταφοράς του ’89, η οποία είναι πιστότατη), κρατώντας μονάχα κάποια βασικά στοιχεία της πλοκής.
Ο Ρόουτς και ο ΜακΝαμάρα (ειδικά) έκαναν ένα μοιραίο λάθος, που στοιχίζει πολύ σε τούτη την ταινία κατά τη διάρκεια της τελευταίας της πράξης. Δεν «έχτισαν» την έλευση του μαύρου χιούμορ προς την κορύφωση, για να μην πω ότι αδιαφόρησαν πλήρως γι’ αυτό! Ενώ ουσιαστικά κρατούν ένα παρόμοιο φινάλε (ειλικρινά, ποιος ο λόγος, αφού… βγάλανε τα μάτια σε όλο το υπόλοιπο;), δεν σεβάστηκαν καθόλου το θανατερά πικρό χιούμορ του βιβλίου (και της ταινίας του ’89), το παθιασμένο μίσος του ζευγαριού και την άρνηση στον όποιο συμβιβασμό (πόσο εξαιρετικά το είχε διαχειριστεί ο ΝτεΒίτο μ’ εκείνη τη χειρονομία!), έχοντας ήδη πνίξει το υπόλοιπο έργο μέσα στη φλυαρία και τα τσιτάτα «ευφυολογημάτων» που… καμία σχέση δεν έχουν με προφορικό λόγο στο σύγχρονο παρόν.
Ναι, μπορεί να χαιρόμαστε να βλέπουμε τους στριφνούς και ενίοτε ύπουλους υποκριτικούς μανιερισμούς της Κόλμαν, που ζορίζεται λιγάκι να ταιριάξει με τον Κάμπερμπατς εδώ, όμως, όποτε εμφανίζονται οι Αμερικανοί φίλοι τους (χείριστο παράδειγμα η σκηνή με τα όπλα) σου δίνεται η εντύπωση πως βλέπεις… Βρετανούς τουρίστες που κάνουν cameo σε ταινία του Τζαντ Άπατοου (λείπεις, μεγάλε)! Ο ρυθμός ολόκληρου του φιλμ χωλαίνει σταδιακά (ή εσύ αρχίζεις να αισθάνεσαι κούραση από το επαναλαμβανόμενο του καταστασιακού, καθώς η σύγκρουση στη σχέση του αντρόγυνου αργεί να πάρει μπρος), με το τελευταίο κομμάτι της έκρηξης να μοιάζει ξεκάρφωτο, διόλου κυνικά μακάβριο και δίχως ίχνος σέξι σπιρτάδας (σε πλήρη αντίθεση με τον «Πόλεμο των Ρόουζ», δηλαδή).
Οι δημιουργοί του «Ρόουζ Εναντίον Ρόουζ» προτιμούν να μην αποκαλούν την ταινία τους remake εκείνης του ΝτεΒίτο. Και έχουν δίκιο. Γιατί τότε θα μιλούσα για πολύ χειρότερο ναυάγιο!
