Η ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ (2026)
(THE INVITE)
- ΕΙΔΟΣ: Κομεντί
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ολίβια Γουάιλντ
- ΚΑΣΤ: Σεθ Ρόγκεν, Ολίβια Γουάιλντ, Πενέλοπε Κρουζ, Έντουαρντ Νόρτον
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 107'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: ΣΠΕΝΤΖΟΣ
Οι από κάτω καλούν τους από πάνω για «to know us better», αλλά οι δεύτεροι έχουν βάλει στο μυαλό τους την ιδέα να… «παραγνωριστούν» ομαδικά! Θα καταλήξει να είναι μία… οργασμική βραδιά και για τους τέσσερις;
Ξεκίνησε από ένα θεατρικό έργο του Σεσκ Γκάι, κατόπιν ο ίδιος το μετέφερε στο σινεμά ως «Οι Γείτονες από Πάνω» (2020) και σήμερα η Ολίβια Γουάιλντ παρουσιάζει το αμερικανικό του remake, το οποίο αφιερώνει στην Νταϊάν Κίτον. Από μία άποψη, «Η Πρόσκληση» μαρτυρά το τεράστιο πρόβλημα έμπνευσης που έχει το Χόλιγουντ εδώ και… πλείστα όσα χρόνια (εδώ που τα λέμε), ελλείψει πρωτότυπου υλικού, από την άλλη όμως εδώ συναντάμε ένα παράδειγμα το οποίο… διασώζει και κάνει upgrade στο original! Που ήταν μια απίστευτη μετριότητα, νυσταλέα και «théâtrale» σκηνοθετικά, μ’ ένα casting ατυχέστατο!
Παντρεμένο ζευγάρι με κόρη που κάνει sleepover σε φίλη της, αναμένει τους νέους γείτονες από πάνω για να γνωριστούν λίγο καλύτερα, με τη δικαιολογία της επίδειξης της ανακαίνισης του διαμερίσματος των κάτω. Ο σύζυγος είναι έξαλλος με την ιδέα και θέλει να τους τα ψάλει για το ηχηρό… σεξ που κάνουν, η σύζυγος είναι πιο φιλική και ανοιχτή στη γνωριμία μαζί τους, βασισμένη σε έναν συνδυασμό περιέργειας και γοητείας.
Το αρχικά άβολο της επίσκεψης μετατρέπεται σε μια σειρά από λεκτικές μονομαχίες, όπου η ειλικρίνεια, όσο κι αν ενοχλεί, προσδίδει πάντοτε τα καλύτερα αποτελέσματα, ώσπου η αναπόφευκτη αναφορά στο σεξ αποκαλύπτει μια πιο «kinky» πλευρά της ζωής των από πάνω, που σχεδόν ήταν ο κύριος σκοπός τους για να προσεγγίσουν τον Τζο και την Άντζελα, ένα ζευγάρι του οποίου το δέσιμο παρουσιάζει σημάδια «νεκροφάνειας» από καιρό, δίχως η ίδιοι να το παραδέχονται ουσιαστικά (κυρίως λόγω του παιδιού).
«Η Πρόσκληση» αποτελεί μία ιδιαίτερα σύγχρονη ανατομία των συμβιβασμών του γάμου, των ανασφαλειών και της ανάγκης μας να παρουσιάζουμε μια δημόσια εικόνα όπου τα πάντα ελέγχονται, ενώ στην πραγματικότητα η πίεση μέσα μας είναι αφόρητη. Ο Ολίβια Γουάιλντ το δουλεύει αναπάντεχα σωστά στη σκηνοθεσία, ενίοτε παίρνοντας τον εαυτό της πολύ πιο στα σοβαρά απ’ όσο θα ‘πρεπε (βλέπε μία εστιασμένη στην ψυχολογία χρήση των μουσικών οργάνων που συνοδεύουν την ηχητική μπάντα, πιο συχνά με προβλέψιμα «ενοχλητικά» έγχορδα), κάτι που αντί να ψυχαγωγεί πραγματικά… αγχώνει νευρωσικά. Ευτυχώς, κρατά πάντα στο μυαλό της το γεγονός ότι το τελικό φιλμικό αποτέλεσμα πρέπει να είναι μία κωμωδία ενηλίκων, οπότε όταν το καταστασιακό φτάνει στο «επίμαχο» και πιο πικάντικο του σεναρίου, τα πράγματα πάνε ρολόι.
Ο Σεθ Ρόγκεν και η Πενέλοπε Κρουζ (κατά)κλέβουν με άνεση την παράσταση και μας χαρίζουν μια σκηνή που θα μνημονεύουμε πάντα ακούγοντας το «By Your Side» της Sade! Η Γουάιλντ και ο Έντουαρντ Νόρτον μοιάζουν κάπως «ακούρδιστοι» και πιο ασαφείς σε σχέση με τους χαρακτήρες τους. Συνολικά, όμως, η εύστοχη οξύτητα των ασταμάτητων διαλόγων τους «ρουφάει» με δύναμη και κάνει τον θεατή να ξεχνά πως παρακολουθεί τέσσερις ηθοποιούς που υποδύονται κάτι το ψεύτικο.
Μετά το φινάλε, ένα κομμάτι του εαυτού μου νοσταλγούσε τα κλασικά χολιγουντιανά καβγαδάκια της Κάθριν Χέπμπορν με τον Σπένσερ Τρέισι κι αναρωτιόμουν γιατί το συγκεκριμένο είδος της κωμωδίας πρέπει σήμερα να ξαπλώνει στο ανάκλιντρο ενός ψυχαναλυτή για να βγάλει λίγο γέλιο, μα κυρίως να φέρ(ν)ει το κοινό αντιμέτωπο με τις αλήθειες της ζωής που δεν τολμά ν’ αντιμετωπίσει με τιμιότητα και θάρρος στον λόγο του. Μόνο μέσα από το ψέμα του σινεμά μπορεί ένας άνθρωπος να έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με την αλήθεια του μέσα του και ν’ αντέξει τον διάλογο (με τον ίδιο τον εαυτό του ή και τον υπόλοιπο κόσμο); Φτηνή ψυχοθεραπεία, θα μου πεις. Πάσο.
