FreeCinema

Follow us

ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΗ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ (2013)

(THE IMMIGRANT)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα Εποχής
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Τζέιμς Γκρέι
  • ΚΑΣΤ: Μαριόν Κοτιγιάρ, Χοακίν Φίνιξ, Τζέρεμι Ρένερ, Νταγκμάρα Ντομίντσικ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 120'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ΣΠΕΝΤΖΟΣ / SEVEN FILMS

Πολωνή μετανάστρια στη Νέα Υόρκη του 1921, ψάχνει μια καλύτερη ζωή και βρίσκει την πορνεία και μια απρόβλεπτη, περίπλοκη σχέση με δύο άνδρες: τον νταβατζή της και τον ρομαντικό, ταχυδακτυλουργό ξάδελφό του.

Ο Τζέιμς Γκρέι ξεκίνησε ως πολλά υποσχόμενος σκηνοθέτης. Η «Μικρή Οδησσός» τού 1994 υπήρξε ένα καταπληκτικό ντεμπούτο που συνδύαζε το οικογενειακό δράμα με την γκανγκστερική ταινία, και διέθετε έναν φοβερό Τιμ Ροθ σε ερμηνευτικό ντελίριο. Έκτοτε αποφάσισε να γιατρέψει… τα προβλήματα αϋπνίας όλου του κόσμου, με μια σειρά από βαριά, αργόσυρτα, δήθεν ατμοσφαιρικά αλλά, τελικά, αθέλητα πληκτικά έργα με το Χοακίν Φίνιξ, που έγινε κάτι σα μούσα τού σκηνοθέτη. Τα θέματα της δυσλειτουργικής οικογένειας και του περιθωρίου παρέμειναν, αλλά σταδιακά αποχώρησε η έμπνευση. Η τελευταία του ταινία πριν απ’ το «Κάποτε στη Νέα Υόρκη», το «Δύο Έρωτες», άφησε στην άκρη και την αστυνομική ίντριγκα και επικεντρώθηκε στα αισθηματικά προβλήματα ενός ανώριμου, ψιλοβαρεμένου τύπου, που ενσάρκωνε και πάλι ο Φίνιξ, σχεδόν υπνωτισμένος. Σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής έδιναν την αίσθηση, ότι ήθελαν να ρίξουν τόσο πολύ τους τόνους, τις εντάσεις και το ρυθμό, προκειμένου η παρακολούθηση των γεγονότων να γίνεται με μάτια θολωμένα απ’ τη νύστα που παλεύουν με βλέφαρα τρελαμένα απ’ τον πόθο να κλείσουν και να αφεθούν σε μακάρια ονειροπόληση. Τώρα, αν αυτό ήταν η καλλιτεχνική άποψη του Γκρέι, μιλάμε για μια πολύ παρακινδυνευμένη άποψη. Ευτυχώς, στο «Kάποτε στη Νέα Υόρκη» φαίνεται να το κατάλαβε κι ο ίδιος. Έτσι, η νέα του ταινία είναι η πιο πλούσια σε δράση απ’ την αρχή της καριέρας του, και η πρώτη μετά τη «Μικρή Οδησσό» όπου η έννοια της ατμόσφαιρας δε μεταφράζεται σε θανατερή βαρεμάρα.

Όχι ότι έχουν εξαλειφθεί εντελώς τα προβλήματα απ’ τη σκηνοθεσία του Γκρέι. Μπορείς να του προσάψεις διάφορα. Την παθητικότητα μιας αφήγησης που, κατά κάποιον τρόπο, «σέρνεται» και μοιάζει, όχι αποστασιοποιημένη ακριβώς αλλά περίεργα στερημένη από οποιοδήποτε πάθος (κι όταν μιλάμε για ένα φιλμ που πασχίζει τόσο έντονα να είναι συναισθηματικό, αυτό είναι πρόβλημα), τη μεγάλη, κουραστική σε σημεία, διάρκεια και ένα μελοδραματισμό στις καταστάσεις, αχρείαστο μιας και τα γεγονότα μιλάνε από μόνα τους, δε χρειάζεται η έμφαση. Αλλά δεν μπορείς και να μην του αναγνωρίσεις, παράλληλα, μια αλάθητη αίσθηση του μεγαλείου, του δράματος, της βαρύτητας των ανθρώπινων πράξεων και των συνεπειών τους, ειδικά σε ταραγμένες χρονικές περιόδους όπως η αμερικάνικη δεκαετία του ‘20. Καθώς και την άψογη διεύθυνση των ηθοποιών του. Εδώ, πέρα από τον σταθερό του συνεργάτη Φίνιξ, βλέπουμε τη Μαριόν Κοτιγιάρ και τον Τζέρεμι Ρένερ, να επιδιώκουν την εσωτερικότητα που, απ’ ό,τι φαίνεται, είναι το ζητούμενο του Γκρέι απ’ τους ερμηνευτές του. Κάνουν όλοι τους εξαιρετική δουλειά και καταφέρνουν να μετατρέψουν τους χαρακτήρες σε στιβαρές, υπολογίσιμες παρουσίες, πετυχαίνοντας να διατηρήσουν το ουσιαστικό ενδιαφέρον για τα τεκταινόμενα επί της οθόνης, ακόμα κι όταν η ματιά του Γκρέι ξεφεύγει ανεπαίσθητα προς το πομπώδες. Πράγμα που, γενικότερα, είναι και το δίκοπο μαχαίρι στην ταινία.

Βλέπεις, εδώ οι προθέσεις είναι μεγαλεπήβολες. Διακρίνει κανείς επιρροές τόσο από το «Κάποτε στην Αμερική» του Λεόνε (μέχρι κι οι διανομείς το έπιασαν και μάς το «μαρτύρησαν» με τον ελληνικό τίτλο που επέλεξαν), όσο κι από την «Πύλη της Δύσης» του Τσιμίνο, αλλά κι από το σινεμά του Κόπολα. Ο Γκρέι, όμως, παρά την αξιέπαινη δουλειά που έχει κάνει, παρά τη σημαντική βοήθεια που δέχεται από την καλλιτεχνική διεύθυνση, τη φωτογραφία, τα κοστούμια, δε διαθέτει το απαραίτητο ανάστημα για να αναμετρηθεί με τα προαναφερθέντα μεγέθη. Αν μιλάγαμε απλά για ένα φόρο τιμής στους δασκάλους του, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Ο Γκρέι δε θέλει, όμως, μόνο και μόνο να τιμήσει τους καλλιτέχνες που, ενδεχομένως, του προκάλεσαν την επιθυμία να ασχοληθεί με τον κινηματογράφο. Επιδιώκει, με ευδιάκριτη αλαζονεία, να συγκριθεί μαζί τους. Γι’ αυτό και υιοθετεί μια στάση λυρικά vintage και μια σκηνοθετική πόζα που άλλους θα τους εντυπωσιάσει, μπορεί και να τους παρακινήσει να τον ανακηρύξουν δημιουργό με όραμα, κι άλλους θα τους αποξενώσει, δίνοντάς τους την αίσθηση του «βλαχομπαρόκ». Η παραγωγή, παρ’ όλα αυτά, είναι θεσπέσια, απολαμβάνεις σινεμά ποιοτικό και αναχρονιστικό, με την καλή έννοια. Τίποτα δε γίνεται βεβιασμένα, όλα παίρνουν το χρόνο τους για να αναπτυχθούν σωστά και να ξεδιπλωθούν οι πτυχές της ιστορίας. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει το γεγονός ότι αυτή είναι η πληρέστερη δουλειά του Γκρέι από την εποχή του εξαιρετικού ντεμπούτου του. Από εκεί και πέρα, είναι θέμα γούστου και χαρακτήρα, το αν θα σε παρασύρει αυτό το καλοφτιαγμένο πράγμα, αν θα σε κάνει να νιώσεις, να αφεθείς και να προβληματιστείς, αν θα το κουβαλήσεις στην ψυχή σου, με λίγα λόγια, μετά το πέρας της προβολής, ή αν απλά θα το θαυμάσεις σαν ένα καλοδιατηρημένο μουσειακό έκθεμα και θα το εγκαταλείψεις μετά τους τίτλους τέλους, προκειμένου να αναζητήσεις πιο έντονες συναισθηματικές εμπειρίες. Γιατί, κακά τα ψέματα, από περφεξιονισμό περιτυλίγματος, σε ό,τι αφορά τη σύγχρονη κινηματογραφική παραγωγή, έχουν χορτάσει τα μάτια μας. Το αξέχαστο βίωμα, εντός της αίθουσας, είναι που σπανίζει.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Πετάς τη σκούφια σου για δράμα εποχής, μεγάλο συναίσθημα, ερωτικά τρίγωνα, αντίκες και ίντριγκα; Με το «Κάποτε στη Νέα Υόρκη» έκανες την τύχη σου. Ψοφάς για ερμηνείες λεπτών αποχρώσεων και βάθους από φτασμένους ηθοποιούς; Πάλι θα γουστάρεις. Αν, από την άλλη μεριά, θεωρείς ότι όλα αυτά τα έχεις φάει με το κουτάλι (και μάλιστα στις αριστουργηματικές εκδοχές του Λεόνε και του Κόπολα), μην περιμένεις μεγάλες συγκινήσεις. Τουλάχιστον, και στις δύο περιπτώσεις, θα αναγνωρίσεις ότι πρόκειται για σινεμά κλάσης. Κι αυτό λέει κάτι.


MORE REVIEWS

Η ΦΩΛΙΑ

Υπερφιλόδοξος entrepreneur ζητά από την οικογένειά του να μετακομίσουν στην πατρίδα του, την Αγγλία, για να κυνηγήσει μεγάλη επαγγελματική ευκαιρία. Στα ξαφνικά, θα βρεθούν να κατοικούν σε εξοχική έπαυλη και υπεράνω των δυνατοτήτων τους, με την κρίση να τους πλησιάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα…

ΘΑ ΕΡΘΕΙ Η ΦΩΤΙΑ

Έχοντας εκτίσει μεγάλο μέρος της ποινής του, ο Άμαντορ αιφνιδιάζει τους κατοίκους του χωριού του, βγαίνοντας από τη φυλακή πριν από την ώρα του. Επιστρέφοντας στο σπίτι της γηραιάς μητέρας του, θα αντιμετωπίσει μονάχα την ψυχρότητα αυτής της μικρής κοινωνίας που δεν θέλει να σχετίζεται με έναν εμπρηστή.

Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΚΗΠΟΣ

Χάνοντας τους γονείς της από επιδημία χολέρας, η δεκάχρονη Μέρι αφήνει την Ινδία της δεκαετίας του ’50, ώστε να ζήσει στην έπαυλη του θείου της, στο Γιόρκσαϊρ της Αγγλίας. Εκεί θ’ ανακαλύψει τα πολλά κρυμμένα μυστικά του σπιτιού και θα δώσει νέα πνοή στο «μαραμένο» περίγυρο της.

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΜΑΣ

Δεκαπέντε χρόνια μετά τις σοβαρότατες απώλειες του Δευτέρου Παγκοσμίου, μια γυναίκα θα έρθει και πάλι αντιμέτωπη με το εφιαλτικό παρελθόν, όταν πιστέψει πως ο γείτονάς της είναι ο αξιωματικός των SS που την είχε κακοποιήσει βάναυσα λίγο πριν το τέλος του μεγάλου πολέμου.

ANTEBELLUM: Η ΕΚΛΕΚΤΗ

Οι ζωές μιας μαύρης σκλάβας σε βαμβακοφυτεία του Νότου στον 19ο αιώνα και μιας μαύρης κοινωνιολόγου και διακεκριμένης συγγραφέως στο παρόν πρόκειται να συναντηθούν με έναν (ελαφρώς) αναπάντεχο τρόπο.