Η ΣΠΟΥΔΑΙΑ ΚΥΡΙΑ ΧΟΛ (2024)
(THE GREAT LILLIAN HALL)
- ΕΙΔΟΣ: Βιογραφικό Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μάικλ Κρίστοφερ
- ΚΑΣΤ: Τζέσικα Λανγκ, Κάθι Μπέιτς, Λίλι Ρέιμπ, Τζέσι Γουίλιαμς, Πιρς Μπρόσναν
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 110'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: ΣΠΕΝΤΖΟΣ
Εν μέσω τελικών προβών για το ανέβασμα του «Βυσσινόκηπου», η Λίλιαν Χολ, πρωταγωνίστρια της παράστασης και ζωντανός θρύλος του Broadway, παρουσιάζει σημάδια άνοιας. Θα προσπαθήσει να το κρύψει από συνεργάτες και οικογένεια, το σανίδι του θεάτρου (και της ζωής), όμως, είναι αμείλικτο.
Γυρισμένο για λογαριασμό του HBO (όπου και πρωτοπροβλήθηκε, τέτοιες μέρες του 2024) και ελαφρά εμπνευσμένο από τη ζωή της πολυβραβευμένης θεατρικής ηθοποιού Μάριαν Σέλντες (η οποία ήταν θεία της σεναριογράφου τούτου εδώ, Ελίζαμπεθ Σέλντες Ανακόνε), το «Η Σπουδαία Λίλιαν Χολ» γίνεται ενίοτε συγκινητικό (κυρίως χάρη στην ερμηνεία της Τζέσικα Λανγκ), μα φαντάζει «λίγο» για τις ανάγκες της μεγάλης οθόνης.
Η σύγκριση με τον πρόσφατο «Πατέρα» (2020) είναι αναπόφευκτη για την «Λίλιαν Χολ», αναδεικνύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο όλες τις αδυναμίες της. Ενώ η βραβευμένη ταινία του Φλοριάν Ζελέρ μετέτρεπε το ομώνυμο θεατρικό έργο του σκηνοθέτη σε κινηματογραφική εμπειρία, προτάσσοντας έναν πανέξυπνο συνδυασμό μοντάζ και σκηνογραφίας, που καθώς «έπαιζαν» με τους μηχανισμούς της άνοιας «μπέρδευαν» τον θεατή, γεμίζοντάς τον με αμφιβολίες για το τι ακριβώς διαδραματίζεται στην πλοκή, το φιλμ του βετεράνου Μάικλ Κρίστοφερ κάνει το σινεμά να μοιάζει με… θέατρο. Χρησιμοποιώντας μία τυπική (όσο δεν πάει) αφήγηση, την οποία γεμίζει με μονολόγους, οράματα του νεκρού συζύγου της βασικής ηρωίδας και ατελείωτες πρόβες του «Βυσσινόκηπου» (πιθανόν επιχειρώντας με το τελευταίο να θολώσει τα νερά ανάμεσα σε πραγματικό χαρακτήρα και ρόλο), το στόρι σταδιακά ξεφεύγει από την αρχική υπόσχεση της αποκάλυψης των θεατρικών παρασκηνίων (ειδικά όταν ένα μεγάλο ανέβασμα τίθεται σε κίνδυνο), για να πάρει τον δρόμο του «ασφαλούς» οικογενειακού δράματος.
Η Λίλιαν απογοητεύει τον σκηνοθέτη της που την στηρίζει με πάθος, παρά το ότι ξεχνά τις ατάκες της, δημιουργεί εκνευρισμό στο υπόλοιπο καστ της παράστασης με την ασυνέπειά της, ενώ φέρνει στα όριά της την παραγωγό του έργου, η οποία απαιτεί την αντικατάστασή της. Αυτά που θα ήθελαν σε κάποιο σημείο τους να θυμίζουν το «Όλα για την Εύα» (1950), μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα για χάρη της άτυπης κόντρας μάνας και κόρης, με τη δεύτερη να νιώθει παραμελημένη από την πρώτη όλα αυτά τα χρόνια, συνθήκη που αφενός δεν μπορεί ν’ αντιστραφεί (πια) εξαιτίας και των σημαδιών της άνοιας, αφετέρου στροβιλίζει την πλοκή γύρω από ένα σωρό τετριμμένες μετάνοιες και συγκρούσεις, οι οποίες όσο αληθοφανείς, είναι άλλο τόσο αδιάφορα σερβίρονται.
Η προσπάθεια να δοθεί στο εγχείρημα η μορφή ντοκουμέντου, με το εύρημα των συνεντεύξεων των βασικών ηρώων στον φακό ενός τηλεοπτικού συνεργείου, δίνει ασκόπως την ψευδαίσθηση του αληθινού γεγονότος. Η ανασφάλεια μιας χτυπημένης από σοβαρή αρρώστια μεγάλης star, η οποία ούτως ή άλλως βρίσκεται στο λυκόφως της καριέρας της, σκιαγραφείται με έντιμη ειλικρίνεια από την Τζέσικα Λανγκ (οι σκηνές που μοιράζεται με την επί σειρά ετών βοηθό της που υποδύεται η Κάθι Μπέιτς είναι ό,τι καλύτερο υπάρχει εδώ), όμως, η εντιμότητα αυτή πηγαίνει περίπατο άπαξ της υπερβολικής απιθανότητας του φινάλε. Μακάρι η άνοια να γονάτιζε μπροστά στη δύναμη της ψυχής και της λάμψης των φώτων. Φευ, όμως, η ζωή δεν είναι σανίδι.
