Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ROBIN HOOD (2026)
(THE DEATH OF ROBIN HOOD)
- ΕΙΔΟΣ: Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μάικλ Σαρνόσκι
- ΚΑΣΤ: Χιού Τζάκμαν, Τζόντι Κόμερ, Μπιλ Σκάρσγκαρντ, Μάρεϊ Μπάρτλετ, Νόα Τζουπ, Φέιθ Ντιλέινι, Κλάιβ Ράσελ, Τζέιντ Κρουτ
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 122'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: ΣΠΕΝΤΖΟΣ
Ένας αποκαμωμένος Robin Hood μετρά τις πληγές του άγριου, παρανόμου βίου του, επιθυμώντας να τ’ αφήσει όλα πίσω. Μια τελευταία δουλειά κι ένα σοβαρό τραύμα τον φέρνουν κατάφατσα με τον θάνατο. Η λύτρωση είναι κοντά. Το ίδιο, όμως, και οι ερινύες.
Το «Ο Θάνατος του Robin Hood» δεν έχει καμία απολύτως σχέση με αυτό που φαντάζεται κάποιος, ο οποίος πρωτόμαθε τον Ρομπέν των Δασών είτε από τα περίφημα «Κλασικά Εικονογραφημένα» είτε από τον… Έρολ Φλιν. Η ταινία του Μάικλ Σαρνόσκι επιχειρεί ν’ αναθεωρήσει (και μαζί να απομυθοποιήσει) τη φιγούρα του λαϊκού ήρωα που «έκλεβε από τους πλούσιους και τα έδινε στους φτωχούς», παρουσιάζοντάς τον ως έναν ευρισκόμενο στο λυκόφως της ζωής του άνθρωπο, ο οποίος έχοντας αποτραβηχτεί στην ερημιά της αγγλικής επαρχίας μοιάζει ν’ αναζητά μια κάποιου είδους διαφυγή από τα αμέτρητα εγκλήματα που έχει διαπράξει. Ως σύνολο, διαθέτει κάτι από την παραίτηση του «Λόγκαν» (2017), την άγρια βία του «Ο Άνθρωπος απ’ τον Βορρά» (2022), καθώς και την «εσωτερικού» τύπου προσέγγιση του «Νεντ Κέλι: O No1 Καταζητούμενος» (2020). Το άκρως ελπιδοφόρο ξεκίνημα που παραπέμπει στις δύο πρώτες προαναφερθείσες «επιρροές», όμως, παραχωρεί γρήγορα τη θέση του στην (άτυπη) τρίτη, μπλέκοντας σε μονότονους, επαναλαμβανόμενους και άσκοπους δρόμους μιζέριας και ψυχοδράματος, καταλήγοντας σε μία εσωστρεφή όσο και αχρείαστα βαριά άσκηση ύφους.
Σύμφωνα με τον νέο «μύθο», ο άλλοτε θρυλικός τοξότης δεν θυμίζει σε τίποτα τον χιλιοπαινεμένο ήρωα των παραμυθιών. Είναι (πια) ένας κυνηγημένος, ρακένδυτος άνδρας, ο οποίος έχει καταδικαστεί να ζει τσακισμένος από τις ενοχές για το βίαιο παρελθόν του. Όταν η ξαφνική επίσκεψη που δέχεται από τον παλιόφιλό του στο έγκλημα Little John καταλήγει σε ανελέητο λουτρό αίματος, ο βαριά τραυματισμένος Ρομπέν αφήνεται στη φροντίδα της αδελφής Μπρίτζιτ, σ’ ένα απομονωμένο μοναστήρι στη μέση του πουθενά. Σε αυτό το ασκητικό περιβάλλον, και περιτριγυρισμένος από κάθε λογής ορφανούς κι αρρώστους, ο γέρο-Robin καλείται ν’ αντιμετωπίσει από τη μία το υπαρξιακό του τέλος και από την άλλη την πικρή, δική του αλήθεια για το παρελθόν του. Η (δήθεν) ένδοξη ζωή του, άλλωστε, δεν ήταν παρά μια ωραία ιστορία που έστησαν οι σύντροφοί του για να κρύψουν τη βαρβαρότητα των πράξεών τους!
Κατά το πρώτο ημίωρο του έργου του, ο Σαρνόσκι φαίνεται πως έχει βαλθεί ν’ αποδείξει ότι ο Μεσαίωνας ήταν μια πάρα πολύ σκληρή εποχή. Δίχως να δείχνει στάλα οίκτου σε γυναίκες και παιδιά, ο «Robin Hood» του βουτά με μανία στους κουβάδες αίματος της ωμής βίας, θυμίζοντας όχι τον αγαθό ήρωα των ανέμελων παιδικών μας χρόνων, αλλά ένα αδίστακτο κτήνος, η βαναυσότητα του οποίου δεν γνωρίζει όρια. Ατυχώς, άπαξ της μεταφοράς της δράσης στο μοναστήρι του St. Clement, ο ίδιος σκηνοθέτης κάνει τα πάντα προκειμένου ν’ αποδείξει πως ο Μεσαίωνας, περισσότερο από σκληρός, μάλλον ήταν… μάταιος και πληκτικός. Η μετατροπή μιας βίαιης ιστορίας ελεγείας σε διαδικασία σωματικής και ψυχικής θεραπείας κρύβει επίπονες παραμέτρους, όχι μόνο για τον ασθενή Robin αλλά (κατά πάσα πιθανότητα) και για τον θεατή του έργου. Διότι, ναι μεν είναι απολύτως αναμενόμενο για έναν ονομαστό παράνομο να έχει ζήσει μια σημαντικά πιο πολυσύνθετη ζωή από αυτή που έχει μείνει να διαδίδεται ως λαϊκή φαντασία, από την άλλη όμως δύσκολα έλκει το γεγονός ότι αυτή προκύπτει ως ολοκληρωτικά μονοδιάστατη και πένθιμη. Τα θλιμμένα βλέμματα και οι σιωπές του μοναστηριού παίρνουν ολοκληρωτικά το πάνω χέρι, πασχίζοντας να μετατρέψουν την αυτολύπηση σε κάθαρση. Αυτό που πετυχαίνουν, εν τούτοις, είναι να κάνουν τον ηρωισμό να δείχνει συνώνυμος του ανιαρού.
