ΤΟ ΠΑΡΤΥ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ (2026)
(THE BIRTHDAY PARTY)
- ΕΙΔΟΣ: Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μιγκέλ Άνχελ Χιμένεθ
- ΚΑΣΤ: Γουίλεμ Νταφόου, Βικ Κάρμεν Σόνε, Έμμα Σουάρεθ, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος, Χρήστος Στέργιογλου
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 103'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: ROSEBUD.21
Έλληνας μεγιστάνας διοργανώνει party γενεθλίων για τα 25 χρόνια της κόρης του και καλεί στο ιδιόκτητο νησί του φίλους, συνεργάτες κι ανθρώπους της εμπιστοσύνης του για να γιορτάσουν όλοι μαζί.
«Βρε, τι άσχημα που περνούν οι πλούσιοι…». Αν δεν επρόκειτο για κινηματογραφική μυθοπλασία, θα μπορούσε να είναι το πρώτο σχόλιο απέναντι στους ήρωες της ταινίας «Το Πάρτυ Γενεθλίων» του Μιγκέλ Άνχελ Χιμένεθ, βασισμένης στην ομώνυμη νουβέλα του Πάνου Καρνέζη, με σενάριο του ίδιου του σκηνοθέτη σε συνεργασία με τους Γιώργο Καρναβά και Νίκο Παναγιωτόπουλο. Ένας ιδιωτικός παράδεισος, ένα σχεδόν ξωτικό νησί, υπηρέτες, προσωπικοί γιατροί, έμπιστοι συνεργάτες και άνθρωποι που κινούνται γύρω από έναν πανίσχυρο επιχειρηματία συνθέτουν έναν κόσμο όπου όλα μοιάζουν εφικτά. Ίσως γι’ αυτό, όταν αρχίζουν να διαταράσσονται οι βεβαιότητές τους, η συμπόνια δίνει γρήγορα τη θέση της στην ειρωνεία.
Τα εικοστά πέμπτα γενέθλια της κόρης του αποτελούν απλώς την αφορμή. Το πραγματικό ενδιαφέρον βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο ο Μάρκος μετατρέπει μια οικογενειακή γιορτή σε μηχανισμό ελέγχου των ανθρώπων που τον περιβάλλουν. Σύντομα, όμως, η ταινία εγκαταλείπει σταδιακά το σύνολο των χαρακτήρων της και επιστρέφει με εμμονή στον εσωτερικό κόσμο του πρωταγωνιστή της.
Το πρόβλημα είναι ότι η ενδιαφέρουσα αυτή αφετηρία εξαντλείται αρκετά γρήγορα. Η αφήγηση αρχίζει να περιστρέφεται σχεδόν αποκλειστικά γύρω από τον Μάρκο, επιστρέφοντας διαρκώς στις ίδιες ψυχολογικές και υλικές εμμονές. Έτσι, οι υπόλοιποι χαρακτήρες παραμένουν αναξιοποίητοι και περιορίζονται στο να πίνουν, να ξεντύνονται και να καταλήγουν γυμνοί στην πισίνα, σαν να κατοικούν σ’ έναν κόσμο όπου η πραγματικότητα των κοινών θνητών έχει πάψει προ πολλού να υπάρχει. Έτσι, αναπόφευκτα, η συνοχή χαλαρώνει και οι δραματουργικές κορυφώσεις αργούν να έρθουν.
Αυτές οι εμμονές του Μάρκου αποτελούν τον πραγματικό πυρήνα της ταινίας. Η ανάγκη ελέγχου, η αδυναμία αποδοχής της φθοράς, η ματαιοδοξία της εξουσίας και η επιθυμία να συνεχίσει κανείς να καθορίζει τις ζωές των άλλων ακόμη και μετά τον θάνατό του, συνθέτουν το ψυχογράφημα ενός ανθρώπου που έχει πάψει προ πολλού να υπηρετεί τις επιλογές του κι έχει αρχίσει να υπηρετεί τις ίδιες του τις εμμονές. Η ατυχής (έστω και σημειολογική) παραπομπή στον Αριστοτέλη Ωνάση μοιάζει περισσότερο… τραβηγμένη από τα μαλλιά παρά ουσιαστικά ενσωματωμένη στην αφήγηση. Αντί να λειτουργεί ως δημιουργικός συμβολισμός, παραμένει μια εύκολη αναφορά που δεν προσθέτει ουσιαστικά τίποτε στην εξέλιξη της ιστορίας, λειτουργώντας περισσότερο ως επίδειξη παρά ως δραματουργική ανάγκη.
Οι άνθρωποι αυτού του κλειστού κύκλου μοιάζουν να κατοικούν σ’ έναν διαφορετικό πλανήτη. Έναν πλανήτη όπου η λέξη «όχι» απουσιάζει, γιατί οι επιθυμίες έχουν μάθει να μετατρέπονται πάντοτε σε πραγματικότητα. Βυθισμένοι στον πλούτο, στην πολυτέλεια και στην αίσθηση της απόλυτης εξουσίας, οι περισσότεροι χαρακτήρες μοιάζουν να έχουν απωλέσει ακόμη και τον στοιχειώδη σεβασμό προς την προσωπική ελευθερία των ανθρώπων που βρίσκονται γύρω τους. Ο Μάρκος αποτελεί τη χαρακτηριστικότερη έκφραση αυτού του κόσμου. Αδυνατεί ν’ αποδεχτεί ότι η κόρη του μπορεί να επιλέξει μια διαφορετική πορεία από εκείνη που ο ίδιος έχει ήδη σχεδιάσει για τη ζωή της.
Η σκηνοθεσία ακολουθεί σταθερά χαμηλούς τόνους. Η ατμόσφαιρα παραμένει συνεχώς ελεγχόμενη, χωρίς όμως ν’ αποκτά ποτέ την ένταση που υπόσχεται το θέμα της. Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία άχρωμη και άοσμη, σχεδόν όπως το ίδιο το οξυγόνο. Με τη διαφορά ότι το οξυγόνο προσφέρει ζωή, ενώ εδώ η αφήγηση εδώ οδηγεί σταδιακά σε υπνηλία.
Ο Γουίλεμ Νταφόου κάνει ό,τι μπορεί για να κρατήσει όρθιο τον Μάρκο Τιμολέων. Σε αρκετές στιγμές έχει κανείς την αίσθηση ότι προσπαθεί να σώσει τα άσωτα, δίνοντας υπόσταση σ’ έναν χαρακτήρα που το ίδιο το σενάριο αδυνατεί να εξελίξει. Αντίθετα, ο Αντώνης Τσιοτσιόπουλος, ως ο πιο έμπιστος συνεργάτης του Μάρκου, και ο Χρήστος Στέργιογλου, στον ρόλο του προσωπικού του γιατρού και φίλου, αξιοποιούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τον περιορισμένο χρόνο που τους προσφέρει η ταινία.
Στο τέλος, απομένουν περισσότερο οι στάχτες των επιλογών παρά οι ίδιοι οι άνθρωποι που τις πραγματοποίησαν. Οι αποφάσεις τους εξακολουθούν να τους ακολουθούν σαν μια αόρατη δύναμη που αρνείται να εξαφανιστεί. Δυστυχώς, εκεί όπου το φιλμ θα μπορούσε ν’ αποκτήσει πραγματικό δραματικό βάθος, οι δημιουργοί του επιλέγουν να το κρατήσουν εγκλωβισμένο σε εμμονές. Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο παράδοξο μιας ταινίας που διέθετε όλες τις προϋποθέσεις για να γίνει πολύ πιο ενδιαφέρουσα.
