FreeCinema

Follow us

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΦΙΛΙΚΟΣ ΓΙΓΑΝΤΑΣ (2016)

(THE BFG)

  • ΕΙΔΟΣ: Παραμύθι
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Στίβεν Σπίλμπεργκ
  • ΚΑΣΤ: Ρούμπι Μπάρνχιλ, Μαρκ Ράιλανς
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 117'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ODEON

Η ορφανή Σόφι απάγεται από έναν γίγαντα που θα τη φυγαδεύσει στον κόσμο του και θα τη μάθει να ονειρεύεται. Θα καταφέρει να την κρατήσει ζωντανή σε μια χώρα πλασμάτων που ορέγονται το… ανθρώπινο κρέας;

Ο Στίβεν Σπίλμπεργκ είναι ένας σκηνοθέτης που κατάφερε να επαναπροσδιορίσει τον ορισμό της λέξης «παραμυθάς» για το Χόλιγουντ, τουλάχιστον μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’90. Έχω επαναλάβει πολλάκις τη σημασία που είχε για τη φιλμογραφία του το «Hook» (1991), εκείνη η ενήλικη φαντασίωση διασκευής του Πίτερ Παν, του αιώνιου παιδιού που σαραντάρισε γιατί σταμάτησε να πιστεύει στην ύπαρξη ενός τόπου ανάμεσα στον ύπνο και τον ξύπνιο μας, που σταμάτησε να θυμάται πώς να ονειρεύεται. Όταν ο Σπίλμπεργκ… μεγάλωσε, ακριβώς όπως και εκείνος ο Πίτερ Μπάνινγκ τού Ρόμπιν Γουίλιαμς (πόσο ιδανικό το κάστινγκ!), το σινεμά του έχασε ένα σημαντικό κομμάτι της μαγείας, του ανιδιοτελούς και της αθωότητας. Συνειδητά.

Πιστεύω πως κάπου ανάμεσα στα (αιματοβαμμένα και εκβιαστικά σε συναισθήματα συνήθως) ιστορικά δράματα και τα υπόλοιπα εμπορικά κι απλώς entertaining πονήματα, ο Σπίλμπεργκ πάντοτε προσπαθούσε να βρει ξανά εκείνο το παιδί που άφησε πίσω. Μια τέτοια απόπειρα είναι «Ο Μεγάλος Φιλικός Γίγαντας», ο οποίος καταφέρνει να βάλει ξανά τον σκηνοθέτη στη θέση που αγαπήσαμε, για να μας παρασύρει σε μια διάσταση παραμυθένιας φαντασίας. Με μια σοβαρή ένσταση. Οι ταινίες της πρώτης (και πιο δημιουργικής, κατά την προσωπική μου γνώμη) περιόδου τού Σπίλμπεργκ «μιλούσαν» με τον ίδιο τρόπο και στα ανήλικα αλλά και στα ενήλικα… παιδιά. Με τα δεύτερα να βγαίνουν περισσότερο κερδισμένα, αν όχι και πιο συγκινημένα, διότι η φιλμική εμπειρία τα μετέφερε σε αυτό που είχαν ανάγκη να βιώσουν και να θυμηθούν μαζί. Τούτος ο «Γίγαντας», δυστυχώς, έχει φτιαχτεί μονάχα για παιδιά. Που δεν έχουν ωριμάσει…

Έστω κι αν δεν αντιλαμβανόμαστε ποτέ ποια είναι αυτά τα «βασανιστήρια» που περνά η μικρή Σόφι στο ορφανοτροφείο (για να ζυγίσουμε λίγο καλύτερα και το δικό της δράμα), η εισαγωγή της απαγωγής της από τον BFG στο Λονδίνο σε ανυψώνει μαγικά και σου φτιάχνει τη διάθεση, αναζωογονώντας το ενδιαφέρον σου για τον ίδιο τον Σπίλμπεργκ, που είχε να μας δώσει κάτι αντάξιο της… φανταστικής του φήμης από τις «Περιπέτειες του Τεν Τεν» (2011). Από εκεί και πέρα, η Μελίσα Μάθισον προσπαθεί να χειριστεί σεναριακά τη σχέση των δύο χαρακτήρων χρησιμοποιώντας το ομώνυμο παραμύθι του Ρόαλντ Νταλ ως ένα déjà vu του «Εξωγήινου» (1982), με ένα μικρό θεματάκι σε σχέση με την ταύτιση. Ακόμη και ο κόσμος των (μεγαλύτερων από τον BFG και με διαφορετικές διατροφικές συνήθειες από αυτόν) γιγάντων δεν εξελίσσεται δραματουργικά, δίνοντάς μας μονάχα μια εικόνα κινδύνου σε ένα και μοναδικό location δράσης, χωρίς να αφήνει το παραμύθι να αναπνεύσει σε ορίζοντες δημιουργικής φαντασίας. Ενίοτε, η σκέψη ξεφεύγει και προς άλλα παρόμοιας θεματικής εδάφη (ας κατονομάσω «Τα Ταξίδια του Γκιούλιβερ», ως το πλέον προφανές παράδειγμα), αφήνοντας μια αίσθηση κενού και σύγχυσης, καθώς οι σκηνές διαδέχονται η μια την άλλη χωρίς να «κουμπώνουν» σε κάτι ενιαίο και σε βάθος εμπνευσμένο.

Η φαντασμαγορία υπάρχει, αλλά η ψυχή δεν δίνει το είναι της. Υπάρχουν σεκάνς όπου η ευγένεια και το αίσθημα της ανθρώπινης φιλίας που αναπτύσσεται ανάμεσα στη Σόφι και τον BFG σε ευφραίνει. Υπάρχουν πανέμορφες σκηνές ανθολογίας, όταν ο BFG αποκαλύπτει στη μικρή ηρωίδα τα μυστικά της ενασχόλησής του, με πρωταγωνιστές τα όνειρα. Αλλά κάπου στην εξέλιξή του, το παραμύθι δείχνει να ξεχειλώνει, να χάνει την επαφή με τον αυθεντικό τόπο προέλευσής του και να προσγειώνεται στα επίπεδα του παιδιάστικου (και μόνο). Κι όταν βάζει την ίδια τη βασίλισσα της Αγγλίας να έχει… αέρια, τα γέλια των μικρών παιδιών θα αντηχήσουν περισσότερο στις κινηματογραφικές αίθουσες (μάλλον αποκλειστικά του εξωτερικού, διότι το φιλμ δεν μεταγλωττίστηκε στα ελληνικά για τη χώρα μας, αφήνοντας απέξω το απόλυτο target group των θεατών του!), αφήνοντας τους ενήλικες ελαφρώς σαστισμένους…

Με μια δεύτερη σκέψη, αυτό που απουσιάζει πραγματικά από τον «Μεγάλο Φιλικό Γίγαντα» είναι… η θλίψη. Εκείνες οι δόσεις του δράματος ή τα στενάχωρα συναισθήματα που φανερώνονταν με τόση αλήθεια στα πρώτα βήματα του Στίβεν Σπίλμπεργκ. Η θλίψη που ισορροπούσε με τη χαρά και σ’ έβγαζε από τον κόσμο τής παραμύθας τόσο γεμάτο από εμπειρίες… κινηματογραφικές. Ο μεγάλος τεχνίτης του σινεμά είναι ακόμη εδώ, αλλά το να αφηγείσαι μια ιστορία δίχως και αυτό το συστατικό είναι σα να ζεις ζωή μισή. Όπως ο γίγαντας πρωταγωνιστής που γνωρίζει τη γλώσσα των ανθρώπων αλλά μιλάει… αλαμπουρνέζικα, έτσι και ο Σπίλμπεργκ γνωρίζει την Τέχνη του αλλά ταυτόχρονα δεν έχει πια τι να πει. Σε όλους μας.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Όμορφο θέαμα, αλλά αποκλειστικά για παιδιά. Ανήλικα παιδιά. Είναι ένα παραμύθι. Για παιδιά. Και στη χώρα μας δεν θα προβληθεί μεταγλωττισμένο. Κοινώς, αν έχετε μικρά παιδιά και θέλετε να τα πάτε σινεμά, θα τους μεταφράζετε / αφηγείστε όλο το έργο. Τα υπόλοιπα «παιδιά» μπορούν να χαρούν μερικές θαυμάσιες εικόνες, άψογο CGI (σε 3D ικανοποιητικής προοπτικής βάθους πεδίου) και τον Σπίλμπεργκ σε φόρμα, όχι όμως και κάτι το αξιομνημόνευτό στο σύνολό του. Και τη μαύρη αλήθεια θα την πω: στο «Πάντινγκτον» είχα περάσει καλύτερα!


MORE REVIEWS

ΕΚΤΟΣ ΕΛΕΓΧΟΥ

Ένας πιλότος θα βρεθεί αντιμέτωπος με μια κατάσταση ζωής και θανάτου, όταν αναγκαστεί να προσγειώσει το επιβατηγό αεροσκάφος του σε μια ζούγκλα, στη μέση του πουθενά.

JOYLAND

Υπό καθεστώς οικογενειακής πίεσης, προκειμένου να βρει δουλειά, ο μικρότερος γιος πακιστανικής φαμίλιας καταφεύγει στην έσχατη λύση της εργασίας σε… ερωτικό χοροθέατρο. Η καθημερινή συναναστροφή του με την transsexual πρωταγωνίστρια του θεάματος, εξελίσσεται σε έρωτα. Αυτά, όμως, είναι δύσκολα πράγματα για έναν νεαρό και… παντρεμένο Πακιστανό!

ΜΠΕΛ: Ο ΔΡΑΚΟΣ ΚΑΙ Η ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ

Ένα ντροπαλό νεαρό κορίτσι θ’ αποφασίσει να «δραπετεύσει» σ’ έναν εικονικό κόσμο, εκεί όπου ο καθένας μπορεί να είναι αυτό που θέλει. Σύντομα, όμως, θα συνειδητοποιήσει πως ο ψηφιακός κόσμος δεν διαφέρει και τόσο από τον πραγματικό.

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Έπειτα από σαράντα χρόνια παραμονής στην ξενιτιά, ο Φελίτσε επιστρέφει στη Νάπολη. Νεανικές αναμνήσεις ξυπνούν στη θύμησή του, τα φαντάσματα του παρελθόντος, όμως, γυρίζουν για να τον στοιχειώσουν.

Η ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Στα τέλη του 19ου αιώνα, ένας Δανός ιερέας ταξιδεύει μέχρι την Ισλανδία με σκοπό να επιβλέψει το χτίσιμο μιας εκκλησίας σ’ ένα απομονωμένο μέρος του νησιού.