FreeCinema

Follow us

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΑ ΑΣΤΕΡΙΑ (2022)

  • ΕΙΔΟΣ: Βιογραφικό Δράμα Ντοκιμαντέρ
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Χρήστος Δήμας
  • ΚΑΣΤ: Δάνης Κατρανίδης, Άννα Μαρία Παπαχαραλάμπους, Βαγγέλης Μουρίκης, Θέμης Πάνου, Χρήστος Πλαΐνης, Γιώργος Γάλλος, Μάρκος Λεζές, Δάφνη Λαμπρόγιαννη, Αργύρης Πανταζάρας, Τάσος Ιορδανίδης, Νίκος Αρβανίτης, Ιωάννα Πηλιχού, Κώστας Αποστολάκης, Ζέτα Μακρυπούλια, Βαγγέλης Αλεξανδρής, Γιώργος Γεροντιδάκης
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 109'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ΣΠΕΝΤΖΟΣ

Η ιστορία του τμήματος basket του Παναθηναϊκού, με έμφαση στα χρόνια που στην ηγεσία της ομάδας βρίσκονταν οι Παύλος και Θανάσης Γιαννακόπουλος, καθώς και στους ευρωπαϊκούς τίτλους που εκείνη την περίοδο κατακτήθηκαν.

Στα χνάρια του «1968» (2018) βαδίζει τούτο το «Ταξίδι στα Αστέρια». Κατά τα πρότυπα του «υβριδικού» συνδυασμού ντοκιμαντέρ / μυθοπλασίας της ταινίας του Τάσου Μπουλμέτη, που περιστρεφόταν σχεδόν εξολοκλήρου γύρω από την κατάκτηση του τρόπαιου των κυπελλούχων ομάδων Ευρώπης από την ομάδα basket της ΑΕΚ, ο Χρήστος Δήμας επιχειρεί κάτι ανάλογο για την αντίστοιχη του Παναθηναϊκού. Οι διαφορές ανάμεσά τους είναι αρκετές και, εν τέλει, καταδικαστικές. Το «Ταξίδι» δεν επικεντρώνει σε ένα συγκεκριμένο γεγονός, αλλά καταπιάνεται με όλο σχεδόν το ιστορικό φάσμα του μπασκετικού Παναθηναϊκού, από τα δειλά πρώτα χρόνια του Μεσοπολέμου, μέχρι την επίσημη ίδρυσή του (στα 1937), για να καταλήξει στις μέρες μας. Δηλαδή, εν προκειμένω, υπάρχει (πέραν όλων των υπολοίπων) ανάγκη για ταινία εποχής (και δη μακρινής), κάτι αδιανόητα δύσκολο για τον ελληνικό κινηματογράφο.

Η ντοκιμενταρίστικη πλευρά του εγχειρήματος, από την άλλη, δεν περιέχει on camera συνεντεύξεις παικτών, παραγόντων και λοιπών (που ενδεχομένως θα πρόσφεραν ανέκδοτες ιστορίες του παρελθόντος από «μέσα»), αλλά off αφήγηση στο ύφος… Εκπαιδευτικής Τηλεόρασης, συνοδεία επικαίρων της εποχής ή σύγχρονων τηλεοπτικών στιγμιοτύπων. Κοντά σε όλα αυτά, ας προσθέσουμε και την χρόνια παντελή ανικανότητα της ντόπιας παραγωγής για ταινίες αθλητικού περιεχομένου και το αποτέλεσμα που προκύπτει, δυστυχώς, δεν έχει και πολλά να ζηλέψει από την αλήστου μνήμης «καλτιά» της εποχής της ελληνικής βιντεοταινίας, το «Ο Δρόμος Προς τη Δόξα: Το Αστέρι» (1988).

Το κακό που έρχεται φαίνεται από το ξεκίνημα, όταν γίνεται απολύτως σαφές πως ουδεμία διάθεση υπάρχει για ν’ ακολουθηθούν στοιχειώδεις κανόνες αφήγησης (πόσω μάλλον για ένα φιλμ που θεωρητικά ενέχει και βιογραφικά στοιχεία), μιας και κατά την πρώτη μισή ώρα περίπου, οι υποτιθέμενοι κεντρικοί ήρωες… ούτε ως ιδέα δεν εμφανίζονται! Πίστεψα, αρχικά, πως το παιδάκι που πουλάει εφημερίδες στους δρόμους της Αθήνας το 1919, πριν το φέρει η μοίρα μπροστά στον εκ των σπουδαιότερων μορφών της Ιστορίας του Παναθηναϊκού, Απόστολο Νικολαΐδη, θα εξελιχθεί αργότερα στον Παύλο Γιαννακόπουλο. Γρήγορα, όμως, αντιλήφθηκα πως τα χρόνια και οι ηλικίες δεν βγαίνουν με τίποτα, οπότε και η εισαγωγή δεν αποτελεί παρά τον πρώτο κρίκο στην μακρά αλυσίδα των… ασύνδετων sketch του πρώτου μέρους του φιλμ, όπου με διαδοχικά άλματα στον χρόνο καλύπτεται (τόσο με στοιχεία μυθοπλασίας, όσο και με παντός επιστητού επίκαιρα) η περίοδος έως το 1987, όταν η οικογένεια Γιαννακόπουλου μπλέχτηκε επισήμως με τον ερασιτέχνη Παναθηναϊκό.

Το κομμάτι αυτό εμπεριέχει όλα τα άλυτα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο ελληνικός κινηματογράφος, όταν προκύπτει το μείζον θέμα της αναπαράστασης εποχής. Ενδεικτικά, παρατηρούμε πως το γήπεδο στο οποίο προπονείται η ανδρική ομάδα το 1919, είναι ίδιο και απαράλλαχτο μ’ εκείνο που χρησιμοποιεί η γυναικεία ομάδα το 1937, με τη Ζέτα Μακρυπούλια να παρακολουθεί τις προσπάθειες της αθλήτριας κόρης της, βγάζοντας ένα επικό φεμινιστικό λογύδριο, το οποίο με ευκολία ταυτίζεται με τα σημερινά trends. Πιστός θεματοφύλακας των τρόπαιων της ομάδας… τα θάβει στον Λυκαβηττό ώστε να μην πέσουν στα χέρια του Ιταλού εχθρού, αφήνοντας την βεβαιότητα πως σκάβει και ξεσκάβει επί περίπου… μια τριετία, μιας και τίποτα δεν έχει αλλάξει τριγύρω του! Τα πρώτα δειλά ευρωπαϊκά βήματα με μπροστάρη τον μεγάλο Γιώργο Κολοκυθά αναδύουν εντονότατα ένα… «1968» άρωμα, τόσο ως ύφος όσο και ως περιεχόμενο, ενώ η διά κινουμένου σχεδίου απεικόνιση της εποχής της «αλεπούς των πάγκων», Κώστα Μουρούζη, είναι βέβαιο πως θα δημιουργήσει σημαντικές απορίες σε όσους (τυχόν) δεν γνωρίζουν από μπασκετικά παρελκόμενα, σε στυλ «ποιος ήρθε με το βανάκι του;». Μονάχα η εν είδει οπτικοποιημένου ανέκδοτου δραματοποίηση της προέλευσης της ονομασίας «Ο Τάφος του Ινδού» για το κλειστό γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, όπως το εμπνεύστηκε ο παίκτης και μετέπειτα παράγοντας της ομάδας Τάσος Στεφάνου, κάπως στέκει, παρέχοντας μάλιστα την ευκαιρία για γύρισμα σε αυθεντικό εξωτερικό χώρο (στο σινέ Εκράν, εν προκειμένω), διότι κατά τα λοιπά… για Αθήνα ακούμε και Αθήνα δεν βλέπουμε (εκτός αν αρκεστούμε στα νηπιακού επιπέδου CGI).

Όταν ξεκινά η εποχή Γιαννακόπουλου, τα πράγματα για το φιλμικό «Ταξίδι» βελτιώνονται από… ελάχιστα έως καθόλου. Στοχεύοντας απολύτως στην ανάδειξη των έξι ευρωπαϊκών τίτλων που η ομάδα κατέκτησε επί προεδρίας του, το σενάριο αρνείται σθεναρά ν’ ακολουθήσει τους πιο χαλαρούς (έστω) αφηγηματικούς κανόνες ή να ρίξει ένα κάποιο βάρος στους βασικούς χαρακτήρες (οι οποίοι εμφανίζονται, επιτέλους!), επιμένοντας στα ατέλειωτα και συνεχή άλματα στον χρόνο (σε γενικές γραμμές, από τελικό σε τελικό), με την ωραιοποίηση κάθε καταστασιακού να σκοράρει απανωτά τρίποντα. Η μυθοπλασία μπλέκει με αληθινά γεγονότα (highlight το στήσιμο των Ελβετών επιχειρηματιών στα γραφεία της ΒΙΑΝΕΞ, ένεκα της τρέλας για τον Παναθηναϊκό, σε μια σεκάνς αποθέωση του σουρεάλ, που πρέπει κανείς να δει για να την πιστέψει), με μόνιμη επωδό τα εκτεταμένα τηλεοπτικά στιγμιότυπα από τα παιχνίδια, όπου η πανταχού παρούσα αφήγηση off αναλαμβάνει να κάνει τη σούμα για όσους δεν θυμούνται επακριβώς τι συνέβη σε κάθε αγώνα. Ειλικρινά, θεωρώ πως θα ήταν απείρως προτιμητέο να είχε επιλεγεί η πτωχή πλην τίμια λύση του καθαρόαιμου (έστω παλαιομοδίτικου) ντοκιμαντέρ, αφού ούτε αναπαράσταση αθλητικού θεάματος υπάρχει (ευτυχώς, κατά μία άποψη…), ούτε διάθεση για πραγματικό κινηματογραφικό βιογραφικό δράμα. Σε μία ντοκιμαντερίστκη εκδοχή, δε, θα ταίριαζε καλύτερα και η οπαδικού τύπου επαναλαμβανόμενη πτυχή της ταινίας, με τις διηγήσεις από το «μέτωπο» της εξέδρας, που ως ύφος δε στέκει με τίποτα σε φιλμ μυθοπλασίας.

Στους αδαείς περί προσώπων και πραγμάτων, θα πάρει λίγη ώρα να καταλάβουν ποιος είναι ο Παύλος και ποιος ο Θανάσης Γιαννακόπουλος, ενώ εάν κάποιος αναμένει να εντρυφήσει σε «κρυφές πτυχές» ή «αποκαλύψεις» για το ηγετικό πράσινο δίδυμο, μάταια θα περιμένει, καθώς η παραγωγή αποτελεί περίπτωση που φέρνει σε… «Λούγκερ» (2021), έχοντας σαν μόνη της έγνοια την όσο το δυνατόν περισσότερη τοποθέτηση (φαρμακευτικών) προϊόντων! Αν πρέπει να βρούμε οπωσδήποτε κάτι θετικό, ο Δάνης Κατρανίδης το παλεύει όσο μπορεί ν’ αποδώσει τον ήρεμο και πράο χαρακτήρα του Παύλου Γιαννακόπουλου, ενώ ο Θέμης Πάνου, αν και αναλαμβάνει τον πιο αβανταδόρικο ρόλο του «τυφώνα» Θανάση, ατυχώς, μένει ξεκρέμαστος, διακρινόμενος σχεδόν αποκλειστικά στο ενδυματολογικό επίπεδο (ειδικά το θέμα της γραβάτας έχει μελετηθεί διεξοδικά). Παραδόξως, ο Παύλος δεν ακούγεται ποτέ να ξεστομίζει την προσφώνηση – σήμα κατατεθέν του («παιδί μου, παιδί μου»), ενώ η πρώτη πραγματικά πολύ μεγάλη ευρωπαϊκή επιτυχία του μπασκετικού Παναθηναϊκού (η πρόκριση στους «έξι» του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1981, αποκλείοντας, μάλιστα, το μεγαθήριο της CSKA Μόσχας στον αγώνα του μυθικού «αιώνιου δευτερολέπτου»), αγνοείται για μυστηριώδεις λόγους!

Αμφότερα τα προαναφερθέντα ωχριούν σε παραδοξότητα μπροστά σ’ εκείνο που συμβαίνει με τον Ζέλικο Ομπράντοβιτς του Γιώργου Γάλλου, ο οποίος ακολουθώντας «προχώ» σκηνοθετική άποψη, σπάει κατά το δοκούν τον λεγόμενο «τέταρτο τοίχο» και, εντελώς έξαφνα, απευθύνεται στον θεατή! Το ακόμα πιο περίεργο είναι πως τα λόγια που μπαίνουν στο στόμα του, κυρίως σε ό,τι αφορά το προπονητικό του αριστούργημα (της κατάκτησης του τρόπαιου μέσα στην έδρα της Kinder Μπολόνια, το 2002), στέκουν ως μειωτικά… για τον ίδιο. Διότι δυσκολεύομαι να πιστέψω πως κοτζάμ Ομπράντοβιτς άλλη έγνοια (εν όψει Final Four) δεν είχε, από το ποιο κανάλι θα μεταδώσει τον τελικό και ποιος δημοσιογράφος θα κάνει την περιγραφή!

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Ανύπαρκτο ως αθλητικό θέαμα, ανεπαρκές ως βιογραφικό δράμα, παρωχημένο ως ντοκιμαντέρ. Δεν έχουμε την απαίτηση από τον ελληνικό κινηματογράφο για κάτι που θα θυμίζει μείγμα «Moneyball» (2011) με «Εγώ, η Τόνια» (2017), αλλά το να μην μπορούν να ξεπεραστούν με τίποτα «Οι Άσσοι του Γηπέδου» (1956) εδώ και… κοντά εβδομήντα χρόνια, αποτελεί τεράστια ήττα. Όχι ατυχία του τύπου… στεφάνι κι έξω, αλλά airball από την γραμμή της ελεύθερης βολής, από τα (δυστυχώς) συνήθη για το ντόπιο λαϊκό θέαμα. Εάν το αποτολμήσετε, πάντως, ένα TONOTIL ας σας βρίσκεται καλού-κακού (#diplhs)!


MORE REVIEWS

Η ΧΑΜΕΝΗ ΚΟΡΗ

Αγγλίδα μόνη, σε διακοπές στις Σπέτσες, παρατηρεί φασαριόζικη οικογένεια λουόμενων και, συνειρμικά, ο νους της «σκαλίζει» διαρκώς τραύματα του δικού της νεανικού παρελθόντος, λάθη μητρότητας κι επιλογές μιας ζωής που… έχασε.

ΟΥΠΣ 2! Ο ΝΩΕ ΞΑΝΑ ΕΦΥΓΕ...

Οι περιπέτειες του Φίνι και της Λία συνεχίζονται, αυτή τη φορά εκτός κιβωτού, όταν μετά από ένα απρόσμενο συμβάν καταλήγουν στον ωκεανό. Τώρα θα πρέπει να βάλουν τα δυνατά τους προκειμένου να επανενωθούν με την οικογένειά τους πριν να είναι αργά!

ΤΑ ΤΡΙΑ ΠΑΤΩΜΑΤΑ

Τρεις οικογένειες, οι οποίες διαμένουν σε τριώροφο κτήριο στα προάστια της Ρώμης, αντιμετωπίζουν σωρεία προβλημάτων στις εσωτερικές σχέσεις τους, που δεν λένε να λυθούν όσα χρόνια κι αν περάσουν.

ΜΑΪΣΑΜΠΕΛ

Χήρα δολοφονημένου Βάσκου πολιτικού λαμβάνει επιστολή από τον φυλακισμένο, πλέον, εκτελεστή του συζύγου της, ο οποίος εκφράζει την επιθυμία να τη συναντήσει. Τα έντεκα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει, άραγε, μπορούν να έχουν γιατρέψει τις πληγές;

ΑΦΗΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΛΑΣ ΒΕΓΚΑΣ

Ο Μπεν φτάνει στο Λας Βέγκας με σκοπό να πεθάνει από την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ. Η Σέρα είναι μια πόρνη που θα σταθεί δίπλα του στην πορεία, τηρώντας μια αμοιβαία συμφωνία: κανείς δεν θα ζητήσει από τον άλλον ν’ αλλάξει κάτι από τα «θέλω» του. Μέχρι τέλους.