ΔΥΟ ΕΠΟΧΕΣ, ΔΥΟ ΞΕΝΟΙ (2025)
(TABI TO HIBI)
- ΕΙΔΟΣ: Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Σο Μιγιάκε
- ΚΑΣΤ: Σιμ Γιουν-Κιούνγκ, Γιούμι Καγουάι, Μανσάκου Τακάντα, Σίρο Σάνο, Σινίκι Τσουτσούμι
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 89'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: WEIRD WAVE
Νεαρή σεναριογράφος γράφει στόρι μοναξιάς και αποξένωσης για επικειμένη ταινία, μέχρι που η μελαγχολία την επισκέπτεται στην πραγματικότητα.
Το «Δύο Εποχές, Δύο Ξένοι» χωρίζεται σε δύο ευδιάκριτα μέρη, σε σημείο που το κάνει να μοιάζει με σπονδυλωτό φιλμ. Στο πρώτο παρακολουθούμε μια σεναριογράφο σε κρίση. Στο δεύτερο γινόμαστε μάρτυρες της «διείσδυσης» της πραγματικότητας στη μυθοπλασία. Θεωρητικά ακούγεται ενδιαφέρον. Στην πράξη κρίνεται ως αδρανές, μα πάνω απ’ όλα… ανώφελο.
Ο Ιάπωνας auteur Σο Μιγιάκε διασκεύασε για τις ανάγκες του έργου του δύο ανεξάρτητες ιστορίες του βετεράνου των λογοτεχνικών manga Γιοσιχάρου Τσούγκε, ενώνοντάς τις σε ένα αυτοτελές φιλμ. Απέχοντας έτη φωτός από αυτό που κάποιος (ενδεχομένως) θα φανταστεί διαβάζοντας δίπλα δίπλα τις λέξεις «ταινία» και «manga», το φιλμ παραπέμπει ευθέως στα χαμηλότονα, μικρά οικογενειακά δράματα του ιαπωνικού κινηματογράφου, διατηρώντας τον αυτοβιογραφικό, εκλεπτυσμένο τόνο γραφής του δημιουργού των αρχικών ιστοριών.
Στο ξεκίνημα της πλοκής συστήνει την νεαρή Λι, μια σεναριογράφο κορεατικής καταγωγής, η οποία καθώς ζει και εργάζεται στην Ιαπωνία έχει αναλάβει να διασκευάσει (για τις ανάγκες κινηματογραφικής παραγωγής) μία εκ των ιστοριών του Γιοσιχάρου Τσούγκε. Περνώντας μία σαφέστατη περίοδο δημιουργικής κρίσης, επιχειρεί ν’ αποτυπώσει το πνεύμα του συγγραφέα στο χαρτί, με το αποτέλεσμα των προσπαθειών της να προκύπτει στο πρώτο μέρος του φιλμ. Σύμφωνα με αυτό, κατά τις τελευταίες μέρες του καλοκαιριού, δύο μοναχικοί νέοι γνωρίζονται σε απομονωμένη παραλία ήσυχου θέρετρου. Εκείνος επισκέπτεται την οικογένειά του, εκείνη δεν έχει συγκεκριμένο λόγο για τον οποίο βρίσκεται εκεί. Η ατμόσφαιρα εξάντλησης που χαρακτηρίζει το τέλος της θερινής περιόδου εκλαμβάνεται ως πρώτης τάξεως αφορμή για ένα δοκίμιο πάνω στη συναισθηματική απάθεια, όπου η δραματουργία απουσιάζει ολοκληρωτικά, κρυπτόμενη πίσω από κενά μισόλογα και άδεια βλέμματα. Διόλου παράξενο που η ταινία (καθώς και η συγγραφική προσέγγιση της νεαρής σεναριογράφου) τυγχάνει μιας… διόλου θερμής υποδοχής από το φοιτητικό κοινό στο οποίο προβάλλεται, έπειτα από σχετική πρόσκληση του καθηγητή κινηματογράφου της σχολής.
Μετά από παρότρυνση του τελευταίου, η Λι κατευθύνεται μέσα στο καταχείμωνο στην περιοχή του Χοκάιντο, προκειμένου να αφουγκραστεί τον τόπο όπου ζούσε και έγραφε τις ιστορίες του ο Τσούγκε. Η ταξιδιωτική της απειρία θα την οδηγήσει σε απομακρυσμένο πανδοχείο στις πλαγιές ενός χιονισμένου βουνού, όπου ως η μοναδική ένοικος θα γνωριστεί με τον απρόθυμο, όσο και μοναχικό ιδιοκτήτη του. Κατά τη σύντομη παραμονή της εκεί αναπτύσσει μια παράξενη σχέση μαζί του, η οποία (ίσως) εξελίσσεται με τρόπο που παραπέμπει στο αληθινό πνεύμα του Τσούνγκε. Η εμπλοκή της «πραγματικότητας» με τη μυθοπλασία στρέφει το φιλμ προς μια άτυπη μελέτη της ανθρώπινης αλληλεπίδρασης υπό το καθεστώς της εγγενούς μελαγχολίας. Η εγκατάλειψη την οποία βιώνει ο ξενοδόχος, οδηγώντας τον σε «φιλοσοφικού» τύπου αναζητήσεις, δένει με την κρίση δημιουργικής ταυτότητας της Λι, στρέφοντας το δεύτερο μέρος του φιλμ προς τα μονοπάτια μιας ιδιόρρυθμης… buddy movie!
Παρουσιάζει σαφέστατα μεγαλύτερο ενδιαφέρον από την απραξία του πρώτου μισού, πλην όμως, ο νατουραλισμός του πασχίζει ν’ αναδείξει το ασήμαντο σε κάτι το αφηγηματικά σπουδαίο. Το διακριτικό χιούμορ, καθώς και η όμορφη φωτογραφία, δίνουν ελαφριά πνοή στην περιπέτεια της Λι στα χιόνια, όμως, το ανολοκλήρωτο της όλης προσπάθειας υπενθυμίζει για ακόμη μια φορά τη δημιουργική κρίση που περνά όχι μόνο εκείνη, αλλά κυρίως οι συνάδελφοί της στον πραγματικό κόσμο του φεστιβαλικού art-house!
