SORRY, BABY (2025)
- ΕΙΔΟΣ: Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Έβα Βίκτορ
- ΚΑΣΤ: Έβα Βίκτορ, Νεϊόμι Άκι, Λούις Κανσέλμι, Κέλι ΜακΚόρμακ, Λούκας Χέτζες, Τζον Κάρολ Λιντς
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 103'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: ΣΠΕΝΤΖΟΣ
Δίχως να έχει ξεπεράσει το τραύμα της σεξουαλικής κακοποίησης, η Άγκνες βλέπει τα χρόνια να περνούν και τους γύρω της να φτιάχνουν τις ζωές τους. Θα επιτρέψει ποτέ στον εαυτό της να πάρει σειρά;
Δεν υπάρχουν μονάχα οι… ευρωπαϊκές φεστιβαλικές διοργανώσεις. Εξακολουθεί να υπάρχει και το Sundance. Το οποίο κάπου μένει προσκολλημένο στο παρελθόν της δεκαετίας του ’90, κάπου είναι υποχρεωμένο ν’ ακολουθεί και τις τάσεις του σήμερα. Όπως το… #MeToo. Αυτά τα δύο ενώνει φιλμικά το σκηνοθετικό ντεμπούτο της Έβα Βίκτορ, μ’ έναν τρόπο διόλου θελκτικό (για τον θεατή) ή δημιουργικό (για την Τέχνη που υπηρετεί), χρησιμοποιώντας μονάχα το «άλλοθι» μιας στερεοτυπικής (εσχάτως και πλέον) θεματολογίας μέσα σ’ ένα πλαίσιο αφηγηματικής ανικανότητας.
Επιχειρώντας να δραματοποιήσει αρκετά πιο… οδυνηρά τη δομή του αμερικανικού ρεύματος του mumblecore, η Βίκτορ (και σεναριογράφος και πρωταγωνίστρια εδώ) πλάθει έναν χαρακτήρα στα όρια του ασεξουαλικού και του ακοινώνητου, για τον οποίο δύσκολα μπορείς να νοιαστείς, «σπάει» με κακότεχνα αποσπασματικό τρόπο τη ζωή του και σε κάνει ν’ αναρωτιέσαι για ποιο λόγο θα σκεφτόσουν ποτέ να ταυτιστείς μαζί του ή να τον παρακολουθήσεις σαν φιλμικό ήρωα. Το «Sorry, Baby» ουσιαστικά αναλώνεται σε στιγμές συναντήσεων και διαλόγων με φίλους (πρωτίστως τη λεσβία Λίντι που περιμένει να γεννήσει το πρώτο της παιδί) ή συναδέλφους και πρώην συμφοιτητές, με τους οποίους δύσκολα (αν όχι καθόλου) μοιράζεται τα εσώψυχά της ή την αιτία του τραυματικού σοκ που τη βασανίζει.
Αισθητικά και φορμαλιστικά παρωχημένο, σε αβάσταχτα ήπιους (για να το πω ευγενικά…) τόνους, το έργο ασφυκτιά με έναν παράδοξο τρόπο ανάμεσα στα είδη του δράματος και της κωμωδίας, με την τελευταία να προκύπτει κυρίως μέσω λιγοστών ατακών, της deadpan «εκφραστικότητας» της Νατάσα (δευτερεύουσας σημασίας ρόλος της Κέλι ΜακΚόρμακ που κλέβει την παράσταση) και της σχέσης της ηρωίδας με τον γείτονά της, Γκάβιν (Λούκας Χέτζες) κάτι σαν τη μοναδική της ελπίδα να πηδηχτεί ξανά με αρσενικό. Με μία διαφορετική σεναριακή διαχείριση, βασιζόμενη κυρίως σε αυτό το ανορθόδοξο ταίριασμα ζευγαριού, ίσως το «Sorry, Baby» να είχε κάτι να πει σαν ιστορία.
Δυστυχώς, στο φιλμ υπάρχει μία εντελώς αδικαιολόγητη και απαράδεκτη σκηνή που θα ενοχλήσει άσχημα τους φιλόζωους (προσωπικά, ήθελα να φύγω από το σινεμά). Κάτι που για μένα μετέτρεψε την ηρωίδα (αν όχι και τη δημιουργό της ταινίας μαζί, καθώς πρόκειται για ένα τόσο δικό της project) σε τελειωμένα ψυχανώμαλο πλάσμα. Όσα κι αν είχε τραβήξει από πριν, με μία πράξη της, διέγραψε κάθε ίχνος λύπησης και συμπαράστασης.
