ΣΙΩΠΗΛΗ ΑΓΑΠΗ (2025)
(SORDA)
- ΕΙΔΟΣ: Κοινωνικό Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Έβα Λιμπερτάδ
- ΚΑΣΤ: Μίριαμ Γκάρλο, Άλβαρο Θερβάντες, Έλενα Ιρουρέτα, Χοακίν Νοτάριο
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 99'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: FEELGOOD
Η Άνχελα περιμένει παιδί. Είναι κωφή. Ο σύζυγός της όχι. Και οι δύο αγωνιούν για την κληρονομικότητα ή όχι αυτής της συνθήκης. Το παιδί γεννιέται και η ακοή του δεν παρουσιάζει τίποτα το ασυνήθιστο. Πόσο μπορεί αυτό να διαταράξει την ισορροπία της σχέσης του αντρόγυνου;
Μία θεματικά ενδιαφέρουσα ταινία που προδίδεται από την ατολμία του σεναρίου της, τη σχηματικότητα της εξέλιξής του και (τελικά) τη φυγή του προς φιλμικά κλισέ που πατάνε ακόμη και πάνω σε στερεότυπα του timing της αφήγησης. Γενικά, η Έβα Λιμπερτάδ αποδεικνύεται λίγη και ως σκηνοθέτις και ως σεναριογράφος.
Η «Σιωπηλή Αγάπη» επιχειρεί να παρουσιάσει τις συγκρούσεις δύο διαφορετικών κόσμων που προσπαθούν να συμβιώσουν… γύρω μας ως κανονικότητα στην ίδια κοινωνία. Ο ένας ακούει και ο άλλος δεν ακούει (κυριολεκτικά). Η Άνχελα και ο Χέκτορ έχουν βρει τον τρόπο να τους ενώσουν, ως ένα ερωτευμένο ζευγάρι που αψηφά αυτό το μικρό εμπόδιο της (μη) ακοής εκείνης. Όταν η Άνχελα μένει έγκυος, ακόμη και το στενό της οικογενειακό περιβάλλον δηλώνει ανήσυχο. Μέχρι και οι γονείς της δεν είναι θετικοί στο ενδεχόμενο «σενάριο» της μητρότητας και της ευθύνης ν’ αναθρέψει η κόρη τους ένα κωφάλαλο παιδί (μία από τις πιο ουσιαστικές στιγμές του φιλμ, λίγο πριν από την ανακοίνωση της Άνχελα)!
Η γέννα προχωρά κανονικά, οι εξετάσεις για την ακοή του μωρού καθυστερούν, όλοι βρίσκονται σε «αναμμένα κάρβουνα», ώσπου η ιατρική διάγνωση καθησυχάζει γονείς, συγγενικό και φιλικό κύκλο. Η ύπαρξη της Όνα στη ζωή της Άνχελα και του Χέκτορ, όμως, τονίζει το ζήτημα της αναζήτησης μιας μεθόδου επικοινωνίας του μωρού με τον υπόλοιπο κόσμο. Ο φωνητικός διάλογος συγκρούεται με τη νοηματική γλώσσα και, ξαφνικά, η Άνχελα συνειδητοποιεί πως το πρώτο υπερτερεί στην καθημερινότητά της και σχεδόν την αποκλείει από τη ζωή (εκτός από τις στιγμές όπου οι συναντήσεις της με άλλους ανθρώπους αφορά σχεδόν αποκλειστικά ένα πιο οικείο περιβάλλον κωφών).
Ενώ το έργο έχει πολλά να πει και να βάλει σε σκέψεις τον θεατή, η Λιμπερτάδ δεν καταφέρνει να χτίσει την ιστορία της με ευρηματικό δυναμισμό και θαρραλέες επιλογές, παρασύροντας τα πάντα προς ένα δραματουργικό αδιέξοδο που αναζητά «σανίδα σωτηρίας» στη χειραγώγηση του κοινού μέσω μίας προφανούς σχεσεακής κρίσης η οποία φουντώνει ακριβώς επάνω σε… αναμενόμενο χρονικό πλαίσιο. Λίγο νωρίτερα (και, δυστυχώς, πάρα πολύ αργά στη μυθοπλασία), η Λιμπερτάδ «θυμάται» πως μπορεί να χρησιμοποιήσει πιο δημιουργικά και την ηχητική μπάντα του φιλμ, για να μεταδώσει αυτό το «κενό» που βιώνει η ηρωίδα και συχνά καταδικάζει την καθημερινότητά της, εγκλωβίζοντάς την στη μοναξιά. Σκηνοθετικά, είναι κάτι που έπρεπε να έχει επιλέξει εξαρχής.
Εκεί που ο θεατής αναμένει προτάσεις και πιθανές λύσεις, η ταινία εκλιπαρεί μονάχα για συγκίνηση και το φινάλε έρχεται πραγματικά βεβιασμένα, με μια θετικότητα αφελή (και μάλλον πρόσκαιρη).
