FreeCinema

Follow us

ΣΝΟΟΥΝΤΕΝ (2016)

(SNOWDEN)

  • ΕΙΔΟΣ: Βιογραφικό Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Όλιβερ Στόουν
  • ΚΑΣΤ: Τζόζεφ Γκόρντον-Λέβιτ, Σεϊλίν Γούντλεϊ, Ρις Ίφανς, Τομ Γουίλκινσον, Μελίσα Λίο, Ζάκαρι Κουίντο
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 134'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: TANWEER

Η αληθινή ιστορία του Έντουαρντ Σνόουντεν, που αν και συντηρητικός, πατριώτης, ρεπουμπλικάνος και… καλομαθημένο αστέρι των μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ, παύει να υποφέρει τη συστηματική παραβίαση ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων και δη βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων του… πλανήτη ολόκληρου! Και τολμά να χάσει, συνειδητά, τα πάντα, για να βγάλει τα άπλυτα της CIA στη φόρα.

Ο Όλιβερ Στόουν είναι ανήσυχος, ξεκάθαρος και άφοβος πολιτικός ακτιβιστής. Είναι επίσης ατρόμητος, εύστροφος και βιρτουόζος σκηνοθέτης, με εξαιρετικές ικανότητες διεύθυνσης ηθοποιών και χαρακτηριστικό ταλέντο στην οπτική – μέσω των εικόνων και του μοντάζ τους -, καθαρόαιμα κινηματογραφική αφήγηση των ιστοριών του. Έχει κυλήσει όμως πολύ, πάρα πολύ νερό στο αυλάκι από την τελευταία φορά (το «JFK» κατά τη γνώμη μου) που αυτές οι δύο ιδιότητες / ταλέντα του συνταιριάστηκαν ιδανικά και έσπειραν γόνιμα στο σινεμά μυθοπλασίας. Παρ’ όλο που, αντίθετα, οι εξορμήσεις του στο ντοκιμαντέρ στη μεγάλη («Comandante») και – κυρίως – στη μικρή οθόνη («The Untold History of the United States») ήταν πάντα οπλισμένες με κοφτερές αλήθειες και μεγάλα… κότσια.

Με το «Σνόουντεν» ξαναβρίσκει ένα σημαντικό κομμάτι του παλιού, καλού εαυτού του, για να αναμετρηθεί για πρώτη φορά με… ανατριχιαστικά επίκαιρα και επείγοντα γεγονότα της σύγχρονης ιστορίας. Και, αναπάντεχα, με έναν άνθρωπο σαφές alter ego του. Ο υπόκωφος, διακριτικός, geeky, απρόβλεπτος στον ακτιβισμό, αλλά ξεκάθαρος στην ευσυνειδησία του Σνόουντεν δεν αποτελεί ένα πρόσωπο προφανούς ενδιαφέροντος για τον Στόουν. Θεωρητικά, ο ποικιλοτρόπως εκκωφαντικός, νάρκισσος, «πλατινέ» performer και σφόδρα αμφιλεγόμενων κινήτρων Τζούλιαν Ασάνζ (των WikiLeaks και του προ τριετίας, δια χειρός Μπιλ Κόντον… ευγενικά αποτυχημένου «Ο Άνθρωπος που Πούλησε τον Κόσμο», το οποίο ο ίδιος καταδίκασε ως «ανεύθυνο, αντιπαραγωγικό και επιβλαβές») ταιριάζει πιο πολύ στη συχνά εικονοκλαστική θρασύτητα της σκηνοθετικής του ιδιοσυγκρασίας.

Ωστόσο, επιδεικνύοντας σπάνια εγκράτεια, ο Στόουν κατεβάζει τους τόνους και αφήνει την αθόρυβη φύση τού ήρωα του να υπαγορέψει τον ρυθμό και το ύφος της αφήγησής του. Χωρίς αυτάρεσκες, τριπαρισμένες γωνίες λήψεις. Άνευ επιδειξιομανούς, μεγαλόστομου μοντάζ. Δίχως συναισθηματικά εκβιαστικές εκρήξεις βερμπαλισμού. Με την κάμερά του ατάραχη, να απομακρύνεται λίγο και όχι συχνά από τα πρόσωπα των ανθρώπων που (παρ)ακολουθεί. Τα απολύτως απαραίτητα λόγια, αποφεύγοντας εξηγήσεις, επεξηγήσεις, δικαιολογίες και υπερθεματισμούς. Και ένα διαφωτιστικό μοντάζ, που σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας διατηρεί ως έδρα / παρόν της τα όσα συμβαίνουν στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου στο Χονγκ Κονγκ μεταξύ του Σνόουντεν, της ντοκιμαντερίστριας Λόρα Πόιτρας (Λίο) και των δημοσιογράφων Γκλεν Γκρίνγουολντ (Κουίντο) και Γιούεν ΜακΆσκιλ (Γουίλκινσον), κάνοντας καίρια πισωγυρίσματα στο παρελθόν, στις στιγμές της ζωής τού Σνόουντεν που τον οδήγησαν στην απόφασή του.

Έτσι, ο Στόουν καταφέρνει να χτίσει σασπένς παρά τη λίγο-πολύ γνωστή, αληθινή ιστορία του, ενώ φτιάχνει το πορτρέτο ενός όχι αγίου, αλλά αμετάκλητα έντιμου ανθρώπου που συνειδητοποιεί και νιώθει στο πετσί του τη διαφορά μεταξύ πατριωτισμού και εθνικισμού, μεταξύ του «υπερασπίζομαι την πατρίδα μου» και «υπηρετώ την Κυβέρνησή μου». Που πάλεψε να αλλάξει το σύστημα από μέσα, με τεράστιο προσωπικό κόστος (καθώς το άγχος του εξελίχθηκε σε επιληψία). Και όταν δεν τα κατάφερε, θυσίασε τα πάντα για να αποκαλύψει την αλήθεια και να αλλάξει, ελάχιστα έστω, τόσο, όσο, προς το καλύτερο τον κόσμο.

Η απέριττη, ανεπιτήδευτη, ουσιαστική ερμηνεία (και ουχί μίμηση) του Γκόρντον-Λέβιτ συνδράμει καταλυτικά και ανεκτίμητα την όποια επιτυχία του όλου εγχειρήματος. Ως μετρονόμος της διήγησης πείθει αφοπλιστικά για την ύπαρξη και την αλήθεια αυτού του ανθρώπου, που παρά τις πολιτικές, θρησκευτικές, ταξικές και οικονομικές καταβολές του ή την ενστικτώδη προσήνειά του, αδυνατεί να αποστρέψει το βλέμμα από την απανθρωπιά της εξουσίας (διακίνησης και διαχείρισης πληροφοριών εν προκειμένω), να βολευτεί και να μην αντιδράσει.

Το αποτέλεσμα είναι ένα έντιμο, αλλά όχι τέλειο ή «άγιο» φιλμ. Αντίθετα με τον Σνόουντεν, όλοι οι υπόλοιποι χαρακτήρες παραμένουν περισσότερο (η σύντροφός του, Λίντσεϊ Μιλς, της μοιραία ανεκμετάλλευτης Γούντλεϊ) ή λιγότερο ενοχλητικά, σκιαγραφημένοι βιαστικά, αποσπασματικά. Γεγονός που του στερεί συναισθηματικό ειδικό βάρος και δη μια πιο πλήρη εμπλοκή τού θεατή. Επιπλέον, η – spoiler alert! – εμφάνιση του πραγματικού Σνόουντεν στο φινάλε, μπορεί να γίνεται πιο έξυπνα και αδιάλειπτα από ό,τι στο προσεχές «Hacksaw Ridge» του Μελ Γκίμπσον, θολώνει όμως επικίνδυνα τα όρια μεταξύ σινεμά και πραγματικότητας, μυθοπλασίας και ιστορίας. Γεγονός που ήδη έδωσε, δίνει και θα δώσει σε ουκ ολίγους πάτημα να αμφισβητήσουν την εντιμότητα του φιλμ, διαβάζοντάς το πιο εύκολα ως διδακτική προπαγάνδα, υπέρ ενός προδότη.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Ο Όλιβερ Στόουν ξαναβρίσκει ως έναν βαθμό τη φόρμα του και ως ακτιβιστής και ως σκηνοθέτης, συστήνοντάς μας έναν αληθινό, πολύ διακριτικό ήρωα – άκρως ενδιαφέροντα παρά το συνεσταλμένο, nerdy ταμπεραμέντο του. Μπορεί να μην σου αλλάξει τη ζωή ή τη γνώμη για τον Σνόουντεν, αλλά αποκλείεται να μη σου ανοίξει, έστω και λίγο, τα μάτια για τις ανά τον κόσμο πολιτικές και οικονομικές εξουσίες ή έστω την παρουσία σου (και πώς αυτή γίνεται αντικείμενο διαχείρισης από εκείνες) στο διαδίκτυο.


MORE REVIEWS

ΑΓΡΙΑ ΝΥΧΤΑ

Παραμονή Χριστουγέννων, έπαυλη ζάμπλουτης κληρονόμου με «φορτωμένο» θησαυροφυλάκιο δέχεται οργανωμένη επίθεση συμμορίας διαρρηκτών που εξολοθρεύει το προσωπικό ασφαλείας (και όχι μόνο) και απειλεί ν’ αρχίσει να σκοτώνει τα μέλη της οικογένειας αν δεν καταφέρει να φύγει με το παραδάκι. Και κάπου εκεί εμφανίζεται ο Άι Βασίλης. Ο πραγματικός Άι Βασίλης!

Η ΠΗΓΗ ΤΩΝ ΠΑΡΘΕΝΩΝ

Μεσαίωνα στη Σουηδία, κοπέλα αγνή πέφτει θύμα κακοποίησης από κακούς αδελφούς βοσκούς. Οι φονιάδες στους γονείς της τα λιλιά της ανεπίγνωστα θα πάνε να πουλήσουν, φιλοξενία και τροφή αφού ζητήσουν. Από τα χέρια του πατέρα θα βρουν την εκδίκηση ή θα προλάβουν να ξεγλιστρήσουν; Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας και, παραδόξως, η... πηγή έμπνευσης για το «Last House on the Left» (1972) του Γουές Κρέιβεν!

R.M.N.

Ρουμάνος εμιγκρές στη Γερμανία, υπό τον φόβο μπλεξίματος με τον Νόμο, επιστρέφει άρον-άρον πίσω στην πατρίδα, ξαναβρίσκοντας πατέρα, γιο, σύζυγο κι ερωμένη. Η πρόσληψη αλλοδαπών εργατών από το τοπικό αρτοποιείο κάνει την ατμόσφαιρα στο χωριό του να μυρίζει μπαρούτι.

ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΔΙΑΒΟΛΟΙ

Η Ζοάν ζει αρκετά συνηθισμένα με την κόρη της Βικί και το σύζυγό της Τζίμι σε μια μικρή κοινότητα των Γαλλικών Άλπεων, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που ο ερχομός της αδελφής εκείνου ανατρέψει τις εύθραυστες οικογενειακές ισορροπίες.

ΠΙΟ ΠΟΛΥ ΑΠΟ ΠΟΤΕ

Η Ελέν πάσχει από σπάνια ανίατη ασθένεια, αλλά δεν θέλει να την λυπούνται. Ταξιδεύει σε κουκίδα του χάρτη της Νορβηγίας, προκειμένου να ζήσει έστω για λίγο ελεύθερη. Ή μήπως για να πεθάνει μόνη;