Ο ΤΙΜΩΡΟΣ (2025)
(SHE RIDES SHOTGUN)
- ΕΙΔΟΣ: Δραματική Περιπέτεια
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Νικ Ρόουλαντ
- ΚΑΣΤ: Άνα Σοφία Χέγκερ, Τάρον Έτζερτον, Ρομπ Γιανγκ, Τζον Κάρολ Λιντς, Ντέιβιντ Λάιονς
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 120'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: ΣΠΕΝΤΖΟΣ
Η Πόλι περιμένει τη μητέρα της έξω από το σχολείο, όμως, στο αμάξι που εμφανίζεται βρίσκεται ένας άνδρας ο οποίος την καλεί να μπει μέσα. Ξέρει το όνομά της. Το κορίτσι εκπλήσσεται που εκείνος είναι «έξω». Δεν είναι μία απλή περίπτωση απαγωγής. Είναι μία αποστολή σωτηρίας!
Η δεύτερη ταινία μεγάλου μήκους του Βρετανού Νικ Ρόουλαντ (μετά το άγνωστο εδώ «Calm with Horses» του 2019) ξαφνιάζει κυριολεκτικά. Είναι ένα από εκείνα τα έργα που καλό είναι να μην ξέρεις πολλά πράγματα για την πλοκή τους, να μην είσαι καν υποψιασμένος για το φιλμικό είδος στο οποίο ανήκουν! Αυτό που ξεκινά σαν ένα πιθανό θρίλερ με απαγωγή ανηλίκου από άνδρα αγνώστων στοιχείων (γιατί όχι και serial killer;), μέσα σε λίγα λεπτά παίρνει μία πιο… φυσιολογική τροπή, αν και γεμάτη ανατροπές που ενίοτε «ηλεκτρίζουν» το κάθισμα του κινηματογράφου, τσιτώνουν τα νεύρα και προκαλούν έως και δυνατές συγκινήσεις!
Ο άγνωστος άνδρας είναι ο πατέρας της Πόλι. Μόλις βγήκε από τη φυλακή. Η ανήλικη κόρη του δεν ξέρει πολλά γι’ αυτόν, καθώς μεγάλωνε μόνη με τη μητέρα της. Κάτι άσχημο (ίσως) έχει συμβεί. Το κορίτσι φοβάται για την υγεία της μάνας του. Ποιος είναι ο πραγματικός σκοπός του Νέιθαν; Καταδιώκεται; Και από ποιους; Ή μήπως έχει διαπράξει κάποιο έγκλημα που η Πόλι δεν είναι ικανή ν’ αντιμετωπίσει;
Οι πληροφορίες αλλάζουν τα δεδομένα σταδιακά και η θαυμάσια σεναριακή διασκευή του (στα αγγλικά) ομότιτλου βιβλίου του Τζόρνταν Χάρπερ ανοίγει τα χαρτιά της σε μορφή crime drama που συνδυάζει το αστυνομικό θριλερικό στοιχείο με τη σχέση πατέρα και κόρης σε μορφή βίαιης ενηλικίωσης, δίχως ίχνος μελοδραματισμού ή ηθικολογίας. Η Πόλι πρέπει να μάθει γρήγορα να αμύνεται, να μάχεται, να επιβιώνει. «Ο Τιμωρός» φορτώνει εντάσεις σε μία όλο και πιο φρενήρη πορεία προς την ελεγειακή λύτρωση, ξαφνιάζοντας με τη ροπή προς τον αμοραλισμό, πόσω μάλλον όταν μιλάμε για ένα τόσο νεαρό σε ηλικία παιδί, το οποίο χάνει κάθε ίχνος αθωότητας μέσα σε μια νύχτα.
Όταν το κλίμα «παρεκτραπεί» και αποκαλυφθεί το ουσιαστικό ύφος αφήγησης της ταινίας, μπορεί να θεωρήσεις ελάττωμα τον «χαμένο» χρόνο του πρώτου ημίωρου, όμως, ο Ρόουλαντ δεν έχει διαπράξει κανένα λάθος σκηνοθετικά, καθώς θέλει να μας κάνει να πλησιάσουμε τους δύο βασικούς χαρακτήρες, να συμπληρώσουμε το «puzzle» της ψυχής τους και να κατανοήσουμε σε βάθος το που οδεύουν (αναπόφευκτα).
Από τη σεκάνς του βενζινάδικου (με τα συνοδευτικά beats του «denver luna» των Underworld) κι έπειτα, ο θεατής βιώνει ένα joyride αγωνίας που αγριεύει… αγγίζοντας το συναίσθημα, για να κορυφωθεί στην κόντρα ξεκαθαρίσματος στο motel και να εκτιναχτεί σ’ ένα φινάλε που θα ζήλευε και ο Σαμ Πέκινπα! Η παρουσία της μικρής Άνα Σοφία Χέγκερ είναι αποστομωτική, σε στιγμές πραγματικά τραγική και το τελευταίο πλάνο (της) απογειώνει σπαρακτικά ολόκληρη την ταινία, πετυχαίνοντας μία ιδανική αντίθεση με τη χρήση του anthemic ενέργειας «Clearest Blue» των Chvrches. Είναι μία σκηνή απόλυτης συνειδητοποίησης και κάθαρσης, που καθορίζει τη σκληρότητα της ίδιας της ζωής. Τα χειρότερα πέρασαν. Ή έρχονται.
