ΠΕΝΤΕ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ (2024)
(SEPTEMBER 5)
- ΕΙΔΟΣ: Δημοσιογραφικό Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Τιμ Φέλμπαουμ
- ΚΑΣΤ: Πίτερ Σάρσγκααρντ, Τζον Μάγκαρο, Μπεν Τσάπλιν, Λεονί Μπενές, Ζινεντίν Σουαλέμ
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 95'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: FEELGOOD
Ολυμπιακοί Αγώνες, Μόναχο, 5 Σεπτεμβρίου 1972. Άραβες τρομοκράτες εισβάλουν στο Ολυμπιακό Χωριό, πιάνοντας ομήρους τα μέλη της ισραηλινής αποστολής. Η αθλητική δημοσιογραφική ομάδα του καναλιού ABC αναλαμβάνει (αναπάντεχα) να μεταδώσει τις εξελίξεις ζωντανά για ολόκληρο τον πλανήτη.
Ο χολιγουντιανός κινηματογράφος διαθέτει μια αναμφισβήτητη ικανότητα να προσδίδει σ’ ένα ασήμαντο γεγονός μια αδιαπραγμάτευτη αξία οικουμενικού ενδιαφέροντος, καθιστώντας (κατά το δοκούν) το κάθε τι ως μείζονος σημασίας συμβάν, σε βαθμό που να δικαιολογείται η κινηματογραφική απόδοσή του. Η ομηρία των Ισραηλινών αθλητών από την παλαιστινιακή οργάνωση «Μαύρος Σεπτέμβρης» και η τραγική κατάληξη αυτής ήταν ένα συγκλονιστικό γεγονός, από όποια σκοπιά και να το κοιτάξει κανείς. Ο τρόπος, όμως, με τον οποίο καλύφθηκαν οι εξελίξεις από τους απεσταλμένους δημοσιογράφους του ABC, αν κάποιους ενδιαφέρει είναι (ενδεχομένως) τους εμπλεκόμενους και μόνο. Ακόμα κι αν δεχτούμε, όμως, πως υπάρχουν θεατές που θα τους νοιάζει στ’ αλήθεια το κατά πόσο το αμερικανικό κανάλι θα έβρισκε ανοιχτό κύκλωμα για να μην διακόψει τη ζωντανή ροή του προγράμματός του ή για το αν θα συνέχιζαν οι «δευτεροκλασάτοι» αθλητικοί ρεπόρτερ του ABC να καλύπτουν ένα (ουσιαστικά) πολιτικό γεγονός, τούτη η «Πέντε Σεπτεμβρίου» πιθανότατα πρώτα θα τους εξοργίσει κι έπειτα θα τους δημιουργήσει μια σειρά υπαρξιακών ερωτημάτων, με πλέον βασικό το εξής: γιατί το βλέπω αυτό;
Περιορίζοντας τη δράση του σ’ ένα εικοσιτετράωρο (εκείνο της 5ης Σεπτεμβρίου του 1972), το φιλμ επιχειρεί να καταγράψει με μία εκ των ένδον ρεπορταζιακή διάθεση τα μοιραία γεγονότα του Μονάχου. Καίγοντας ολοκληρωτικά το «χαρτί» της αθλητικής σκοπιάς των πραγμάτων (η οποία διέσωζε σε σημαντικό βαθμό το συγγενούς προβληματισμού πρόσφατο «Tatami»), ο σκηνοθέτης Τιμ Φέλμπαουμ δίνει μία (με το ζόρι) θριλερική νότα στο εγχείρημά του, θέτοντας τους αθλητικούς δημοσιογράφους του ABC προ μιας ευθύνης που αφενός δεν την είχαν φανταστεί ποτέ τους, αφετέρου δεν δείχνουν διάθεση να την αφήσουν να ξεφύγει από τα χέρια τους.
Με την αθλητική δράση σε (εντελώς) δεύτερο πλάνο εξαρχής, το στόρι παίρνει γρήγορα την οδό της δημοσιογραφικής καταγγελίας «αποκαλυπτικού τύπου», συνεπικουρούμενης από μία αναμφίβολη πολιτική ματιά. Αποτυγχάνει ολοκληρωτικά σε αμφότερα αυτά τα πεδία, καθώς απέχει από το «ξεβράκωμα» των κορακιών των ΜΜΕ του «Τελευταίου Ατού» (1951), όσο το Μόναχο από το… Αλμπουκέρκι, ενώ σε ό,τι αφορά το αμερόληπτο του πράγματος προκύπτει πως από πολιτικής σκοπιάς… θέλει η «Πέντε Σεπτεμβρίου» να κρυφτεί και η χαρά δεν την αφήνει! Αν και η δράση διατηρείται αυστηρά εντός του συγκεκριμένου 24ωρου, ο Φέλμπαουμ βρίσκει παράθυρο ευκαιρίας ώστε να κάνει τη σύνδεση Γερμανία – Εβραίοι – Ολοκαύτωμα, πηγαίνοντας τριάντα σχεδόν χρόνια πίσω. Δεν βρίσκει, εν τούτοις, ούτε ένα δευτερόλεπτο χρόνου ώστε να εξηγήσει τι έγινε μεταπολεμικά στη Μέση Ανατολή, τι ήταν ο «Μαύρος Σεπτέμβρης» και για ποιον λόγο αποφάσισε να διαπράξει μία τέτοια θηριωδία εναντίον άοπλων αθλητών, καταμεσής των Ολυμπιακών Αγώνων.
Με την αμεροληψία να πηγαίνει (μ’ έναν κουτοπόνηρο τρόπο) περίπατο, το όποιο ζουμί της υπόθεσης περιορίζεται στους δημοσιογράφους του ABC, οι οποίοι (φευ) όταν δεν βρίσκονται σε κατάσταση μόνιμου άγχους κρεμασμένοι πάνω από ένα τηλέφωνο και μονολογώντας «Θεέ μου!», καταφεύγουν σε αμφισβητήσιμες αποφάσεις προκειμένου να τραβήξουν πλάνα μέσα από το σφραγισμένο Ολυμπιακό Χωριό, προκαλώντας ενίοτε τραγελαφικές καταστάσεις χάριν αστεϊσμού (;). Το μόνο άξιο λόγου από όλο αυτό είναι η βιαστική τηλεοπτική ανακοίνωση της αναίμακτης λήξης συναγερμού, προτάσσοντας την αιώνια «κατάρα» της δημοσιογραφικής θυσίας της διασταύρωσης πληροφοριών έναντι του περίφημου «αποκλειστικού». Μέχρι να γίνει αυτό, όμως, θα θέλεις να έχεις… αλλάξει κανάλι!
