SCARY MOVIE (2026)
- ΕΙΔΟΣ: Κωμωδία
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μάικλ Τίντις
- ΚΑΣΤ: Άννα Φάρις, Τζον Έιμπραχαμς, Ρετζίνα Χολ, Μάρλον Γουέιανς, Σέρι Οτέρι, Λόχλιν Μάνρο, Σον Γουέιανς, Κρις Έλιοτ
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 95'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: FEELGOOD
Τα κλασικά horror franchises του «Scream» και της «Νύχτας με τις Μάσκες» μπλέκουν ξανά τα μπούτια τους σε μία βέβηλη «παρτούζα» σινεφιλικών αναφορών που δεν αφήνει κανένα πρόσφατο φιλμ του είδους να βρει την ησυχία του (ή την αξιοπρέπειά του…).
Μπροστά στην ολοφάνερη (και δραματική) έλλειψη καινούργιων ιδεών, το Χόλιγουντ επιστρέφει σε ακόμη ένα franchise του παρελθόντος, το οποίο έσπαγε πλάκα με… προγενέστερα franchises και οτιδήποτε είχε απασχολήσει την pop κουλτούρα με προέλευση από το είδος των ταινιών τρόμου.
Το πρώτο «Scary Movie» του… 2000 (!) αποτελούσε ένα χοντροκομμένο spoof της τεράστιας επιτυχίας των «Scream» movies, που ήδη είχαν συμπληρώσει την «απαραίτητη» τριλογία τους, με την υπογραφή του ίδιου studio παραγωγής, το οποίο ξεζούμισε το σουξέ με κάθε τρόπο. Δίπλα από τον τίτλο του προστέθηκαν άλλα τέσσερα νούμερα, το 2001, το 2003, το 2006 και το 2013, με εισπράξεις που πάντοτε ξεπερνούσαν τα εκατό ή τα διακόσια εκατομμύρια δολάρια (παγκοσμίως), κάτι που δεν πέτυχε να κάνει η πέμπτη απόπειρα. Συνολικά, μιλάμε για μια μπίζνα που μέχρι το προηγούμενο sequel είχε φέρει στα ταμεία… 897.238.267 δολάρια (ενώ το κόστος όλων μαζί των παραγωγών έφτανε τα 172.000.000 δολάρια περίπου!). Το αφήνεις τέτοιο «μαγαζάκι»;
Τούτη τη φορά, το «Scary Movie» δεν συνοδεύεται από ένα νούμερο έξι στον τίτλο, ίσως για να μην τρομάξει το νεολαιίστικο κοινό που το 2000… δεν είχε καν γεννηθεί! Η συνταγή είναι ολόιδια και, στερεοτυπικά, η πλοκή του sequel πατάει κυρίως επάνω στα πλέον γνωστά και πετυχημένα horror franchises του «Scream» και της «Νύχτας με τις Μάσκες», καθώς και τα δύο έχουν αποκτήσει σύγχρονες συνέχειες, ώστε να μην φαντάζουν «παλιακά» για την πιτσιρικαρία του σήμερα (άσχετα από το γεγονός ότι μιλάμε για R rated τίτλους…). Φυσικά, ανάμεσά τους παίζουν σεκάνς που διαπράττουν… εγκληματικά homage χιούμορ σε άλλα έργα που σχετίζονται με το συγκεκριμένο genre, φτάνοντας μέχρι τα πιο πρόσφατα (και οσκαρικά, πανάθεμά τους!) «Αμαρτωλοί» και «Weapons».
Αντικειμενικά, υπάρχουν πολλές σκηνές που μπορούν να προκαλέσουν άφθονο γέλιο εδώ, ειδικά αν είσαι γνώστης του genre και μπορείς να «αποκωδικοποιήσεις» τις αναφορές. Είναι αδύνατον να μην ουρλιάξεις στα πατώματα με το luna park του «Final Destination» (όπου… όλοι πεθαίνουν!) ή να μην αντιμετωπίσεις ως… αναρχικά πνευματώδες (κι όμως!) το τι προκύπτει μέσα από το body horror spoof του «The Substance». Απλά, κάποια στιγμή όλα τα θετικά στοιχεία του χαβαλέ… στουκάρουν πάνω στο vulgar «χιούμορ» που ξεφτιλίζει (πρωτίστως) τις διαφορετικές φυλές και τη σεξουαλικότητα, με έναν τρόπο που σε κάνει να αισθάνεσαι ντροπή γι’ αυτό που παρακολουθείς.
Είναι γνωστό πως είμαι πολέμιος της «πολιτικής ορθότητας» (και ουχί του raunchy), όμως, η τσούλα που έχει «πάρει» όλο το σχολείο και πάντα κυκλοφορεί και με μία… πρωκτική σφήνα μέσα της, η πληθώρα ομοφοβικών «αστείων» (με αποθέωση τον μαύρο gay… sinner που ζητά «κάθαρση» στην εκκλησιά!) ή η πάλη με δονητές που ενίοτε καρφώνονται στον κώλο του Ghostface, δεν είναι πράγματα που θα έπρεπε να κάνουν τους νέους ανθρώπους να γελούν, διαιωνίζοντας ρατσισμό και απαξίωση. Όσα καλά προσφέρει στο κινηματογραφοφιλικό μέρος της πλάκας τούτο το reboot του «Scary Movie», τα ακυρώνει η αισχρότητα μιας διακωμώδησης στοιχείων της ζωής που δεν αξίζουν τόσο «κράξιμο». Έτσι, εξέρχεσαι από το σινεμά με ανάμεικτα συναισθήματα, διότι η κακογουστιά οφείλει να έχει και κάποια όρια στα αστεία. Δεν γίνεται να ταυτίζεσαι «ανώδυνα» μαζί τους, όσο κι αν γέλασες με τις (άξια) κωμικές φιλμικές αναφορές του έργου.
