Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΧΙΝΤ ΡΑΤΖΑΜΠ (2025)
(SAWT HIND RAJAB)
- ΕΙΔΟΣ: Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Καουτέρ Μπεν Χανιά
- ΚΑΣΤ: Μοτάζ Μαλχίς, Σάτζα Κιλάνι, Κλάρα Χούρι, Αμέρ Χλεχέλ
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 89'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: CINOBO
Τον Ιανουάριο του 2024, Παλαιστίνιοι εθελοντές της Ερυθράς Ημισελήνου λαμβάνουν μία κλήση έκτακτης ανάγκης για τη διάσωση ενός 6χρονου κοριτσιού, το οποίο βρίσκεται παγιδευμένο σε αυτοκίνητο, ανάμεσα στα πτώματα συγγενών του, κατόπιν αλλεπάλληλων πυρών του ισραηλινού στρατού.
Ακολουθούμενη από τον «σάλο» της μη βράβευσής της με το μεγάλο βραβείο του φετινού Φεστιβάλ Βενετίας, «Η Φωνή της Χιντ Ρατζάμπ» ανοίγει έναν σοβαρό διάλογο για το τι εστί καλλιτεχνική αξία και κατά πόσο αυτή μπορεί να χάνει το νόημά της όταν το μήνυμα ενός έργου… «καπελώνει» (ή όχι, τελικά;) τη σημασία της. Φοβούμαι πως σε τούτη την περίπτωση ανήκω σε εκείνους που αμφισβητούν τους (φιλμικούς) σκοπούς της Τυνήσιας Καουτέρ Μπεν Χανιά («Τέσσερις Κόρες»).
Σε ένα αφηγηματικό στυλ που θυμίζει έντονα το δανέζικο «Ο Ένοχος» (2018) και… ζηλεύοντας το τόσο ρεαλιστικό, σχεδόν docudrama σκηνοθετικό ύφος του Πολ Γκρίνγκρας, η Μπεν Χανιά αναπαριστά τα γεγονότα που οδήγησαν στον θάνατο της 6χρονης Χιντ Ρατζάμπ στη Γάζα, με το βλέμμα της στραμμένο αποκλειστικά εντός του «κέντρου επιχειρήσεων» της Ερυθράς Ημισελήνου, εκεί όπου Παλαιστίνιοι πολίτες σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης καλούν σε βοήθεια, ώστε να επιζήσουν των ισραηλινών επιθέσεων και πυρών. Ο εγκλεισμός της δράσης σε ένα περιβάλλον «δωματίου» απαιτεί μεγάλη μαγκιά και κόπο για να δημιουργηθεί κλίμα έντασης και σασπένς, με την προϋπόθεση ότι η ιστορία αντέχει να μην κάνει αισθητό σε κανέναν από εμάς το… «ξεχείλωμα» μέσα στον φιλμικό χρόνο μιάμισης ώρας.
Ατυχώς, τούτη η φωνή δεν αξίζει να «ακουστεί» με κινηματογραφικούς όρους, όσο σεβασμό και να θέλει να δείξει κανείς προς τα αληθινά ηχητικά ντοκουμέντα του κοριτσιού (ένα ανατριχιαστικό εύρημα, που όμως βάζει σε σκέψεις ηθικής βαρύτητας τον θεατή) που καλεί σε βοήθεια τηλεφωνικά. Η Μπεν Χανιά προσπαθεί να φανεί τίμια στις προθέσεις της για το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας, όμως, αυτοεπαναλαμβάνεται μέσω ενός δραματουργικού μοτίβου που όσο και να αποφεύγει το μελόδραμα (διότι συγκλονίζει από μόνο του), πέφτει σε αδιέξοδο όταν το (μέτριο) καστ της κλαίει και φωνασκεί δίχως σταματημό.
Προτιμώντας ένα (ας το πούμε) αντι-χολιγουντιανό ύφος αφήγησης καθ’ όλη τη διάρκεια του φιλμ, προδίδει την αρχική της επιλογή όταν αρχίζει να παρουσιάζει «στα κλεφτά» φωτογραφίες του ανήλικου κοριτσιού, αρχίζοντας έτσι τα συγκινησιακά trick τα οποία κορυφώνονται με τα ρεπορταζιακά πλάνα του επιλόγου, όπου για λόγους «ευαισθησίας» μερικές εικόνες τους εμφανίζονται «θολωμένες» (!). Όλα αυτά μαζί συνθέτουν μια δουλειά αντικρουόμενων αντιλήψεων και ιδεών, που αμφισβητούν την καθαρότητα των τίμιων προθέσεων της δημιουργού και των παραγωγών της «Φωνής της Χιντ Ρατζάμπ», η ιστορία της οποίας έχει «εμπνεύσει» φέτος και δύο μικρού μήκους ταινίες («Close Your Eyes Hind» και «Hind Under Siege»).
