ΔΙΧΩΣ ΣΤΕΓΗ, ΔΙΧΩΣ ΝΟΜΟ (1985)
(SANS TOIT NI LOI)
- ΕΙΔΟΣ: Κοινωνικό Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ανιές Βαρντά
- ΚΑΣΤ: Σαντρίν Μπονέρ, Μασά Μερίλ, Στεφάν Φρες, Ζοέλ Φος, Λοράνς Κορταντελάς, Γιολάντ Μορό
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 105'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: SUMMER CLASSICS
Μια νεαρή γυναίκα βρίσκεται παγωμένη σ’ ένα χαντάκι. Η ιστορία της ξετυλίγεται μέσα από τις διηγήσεις όσων είδαν την κοπέλα αυτή, που κάποια στιγμή αποφάσισε ν’ αφήσει πίσω τη συμβατική ζωή της και ν’ αρχίσει να περιπλανιέται στους δρόμους της χειμωνιάτικης Νότιας Γαλλίας.
Πριν ασχοληθεί με το σινεμά, η Ανιές Βαρντά είχε εργαστεί ως φωτογράφος και, τότε μάλλον, ανακάλυψε την έλξη που ασκούσε πάνω της η θέαση του κόσμου μέσα από έναν… φακό. Εξ ου και δεν είχε διστάσει ν’ αντικαταστήσει τον φωτογραφικό φακό με το viseur της κινηματογραφικής κάμερας, αρχίζοντας να καταγράφει τον κόσμο γύρω της, τις εκδηλώσεις της ζωής και την πραγματικότητα εν τη γενέσει της.
Στην Ελλάδα την είχαμε γνωρίσει με το «Η Κλεό από τις 5 Έως τις 7» (1962), που τότε είχε προβληθεί με τον τίτλο «2 Ώρες στη Ζωή μιας Γυναίκας». Ήταν η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία της και παρακολουθούσε την Κλεό, μία διάσημη pop τραγουδίστρια, στην περιπλάνησή της σε περισσότερο ή λιγότερο γνωστές περιοχές του Παρισιού, μέχρι να έρθει η ώρα να επισκεφθεί τον γιατρό της. Ήταν ένα φιλμ που στην εποχή του είχε κάνει αίσθηση, τόσο για την ντοκιμαντερίστικη προσέγγισή του, όσο και για το «φιλοσοφικό» του υπόβαθρο. Πώς αντιλαμβάνεται όσα βλέπει γύρω της μία γυναίκα που περπατά; Τι νόημα δίνει σε μάλλον συνηθισμένες, ανθρώπινες δραστηριότητες; Μπορεί να βιώνει τον έρωτα και τον θάνατο;
Λάτρης του αυτοσχεδιασμού, η Βαρντά ουσιαστικά είχε περάσει πίσω από την κάμερα στα μέσα της δεκαετίας του ’50, αλλά οι περισσότεροι θεώρησαν την «Κλεό» πρώτη της ταινία – και ίσως γι’ αυτό την εντάσσουν στο ρεύμα της nouvelle vague που είχε αφήσει πίσω του το «σινεμά του μπαμπά». Ίσως, πάλι, γι’ αυτό να ευθύνεται ο γάμος της με τον Ζακ Ντεμί, έναν από τους εκπροσώπους του γαλλικού νέου κύματος (μαζί με τον Ζαν-Λικ Γκοντάρ, τον Φρανσουά Τριφό, τον Κλοντ Σαμπρόλ, τον Ζακ Ριβέτ κ.ά.). Όπως και να ’χει, έγινε η γυναικεία ματιά του ρεύματος, η «μαμά» του (κατ’ άλλους η «γιαγιά» του), εκείνη με την πιο «φεμινιστική» ματιά, παρόλο που η ίδια αρνείτο αυτή τη στράτευση.
Το «Δίχως Στέγη, Δίχως Νόμο» αποτελεί άλλη μία προσπάθειά της να παντρέψει τη μυθοπλασία με το ντοκιμαντέρ. Εδώ, η Βαρντά επιχειρεί να ξαναζωντανέψει τα κίνητρα μιας νέας κοπέλας, που έχει εγκαταλείψει τη δουλειά της και περιτρέχει την επαρχιακή Νότια Γαλλία μ’ ένα σακίδιο στην πλάτη, συνάπτοντας περιστασιακές σχέσεις με ανθρώπους που συναντά στην περιπλάνησή της. Η Μόνα (Σαντρίν Μπονέρ) είναι μια κοπέλα της εποχής της, που έχει παραιτηθεί από τα πάντα: καριέρα, φίλους, οικογένεια, όνειρα για το μέλλον. Το μόνο που την κρατά στη ζωή είναι η ψευδαίσθηση της απόλυτης ελευθερίας, η χίμαιρα του αλλοτινού χίπικου ιδανικού. Γι’ αυτό και ζει χάρη σε ευκαιριακές δουλειές, γνωρίζει ανθρώπους και τους εγκαταλείπει ξαφνικά, δεν υποχωρεί στις πιέσεις του περίγυρου που νιώθει να την καταπιέζει ασφυκτικά.
Η Βαρντά, ουσιαστικά, δεν αφηγείται μία ιστορία. Περιγράφει την περίπτωση της ηρωίδας της μέσα από μια σειρά αυτοσχέδιων επεισοδίων, ρεαλιστικών και άμεσων, που δένονται μεταξύ τους μέσω μιας κυκλικής δομής. Η ταινία της ακολουθεί ένα συμμετρικό διηγηματικό πρότυπο: αρχίζει και τελειώνει μ’ έναν θάνατο – αυτόν της Μόνα. Με μία μικρή καταχώρηση στο Αστυνομικό Δελτίο, για μια κοπέλα που βρέθηκε νεκρή από το κρύο σε κάποια ερημιά. Και μέσα από το σχήμα αυτό προσπαθεί να καταδείξει δύο κυρίως «παρακμές»: αυτή της Μόνα, που κλεισμένη στον εαυτό της και βουτηγμένη στη μοναξιά της είναι καταδικασμένη στην απομόνωση και τον θάνατο, κι εκείνη του ευρύτερου κοινωνικού χώρου, των ανθρώπων με τους οποίους έρχεται σε επαφή και οι οποίοι είναι (συν)υπεύθυνοι για τις μοιραίες επιλογές της.
