ΡΟΜΕΡΙΑ (2025)
(ROMERÍA)
- ΕΙΔΟΣ: Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Κάρλα Σιμόν
- ΚΑΣΤ: Ζούθια Γκαρθία, Μιτς Μαρτίν, Τριστάν Ουγιόα, Σελίν Τιγ, Λεόν Ρομαγόσα, Χανς Ρομαγόσα, Μαρίνα Τρονκόσο, Χοσέ Άνχελ Εγίδο, Μίριαμ Γκαγέγο
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 114'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: WEIRD WAVE
Έφηβη κοπέλα επιστρέφει στη γενέτειρά της προκειμένου ν’ αναζητήσει από την οικογένεια του πατέρα της κάποια απαραίτητα έγγραφα για τις σπουδές της. Η παραμονή της στην πόλη, όμως, εξελίσσεται σε αποκαλυπτικό ταξίδι «γνωριμίας» με αμφότερους τους μακαρίτες γονείς της.
Η σκηνοθετική πληγή των αυτοαναφορικών ταινιών δεν λέει να κλείσει! Στο ντεμπούτο της «Ένα Αξέχαστο Καλοκαίρι» (2017), η Ισπανίδα auteur Κάρλα Σιμόν περιέγραφε την εν έτει 1993 ριζική αλλαγή της καθημερινότητας της εξάχρονης Φρίντα, καθώς έπειτα από τον θάνατο της μητέρας του, το μικρό κορίτσι αναγκάστηκε να εγκατασταθεί στο σπίτι των θείων του, κάπου στην εξοχή της Καταλονίας. Τούτη η «Ρομερία» διαδραματίζεται το καλοκαίρι του 2004, με την δεκαοκτάχρονη (πια) κοπέλα (που για τις ανάγκες τούτου λέγεται πλέον Μαρίνα…) να ταξιδεύει από την Καταλονία στο Βίγο, θέλοντας να πάρει τα οικογενειακά πιστοποιητικά που της χρειάζονται για τις επικείμενες κινηματογραφικές της σπουδές. Αν και τυπικά η μία δεν αποτελεί sequel της άλλης, ουσιαστικά αυτό ακριβώς ισχύει, καθώς αμφότερες βασίζονται (σε πολύ μεγάλο βαθμό) στις παιδικοεφηβικές αναμνήσεις της Σιμόν. Κι όπως κατά κανόνα συμβαίνει με αυτού του είδους τις «βιογραφικές» ταινίες, δεν αφορούν σχεδόν κανέναν άλλον πέραν των… δημιουργών τους.
Γρήγορα γίνεται σαφές πως ο επίσημος σκοπός της άφιξης της Μαρίνα στην πόλη (όπου γεννήθηκε τόσο αυτή όσο και ο πατέρας της) δεν είναι παρά μια σεναριακή πρόφαση, μιας και ο αληθινός στόχος του ταξιδιού της είναι να μάθει την αλήθεια για τους γονείς της. Ο θάνατος αμφοτέρων από AIDS (εξαιτίας χρήσης ναρκωτικών) παραμένει θέμα taboo για την πολυπληθή οικογένεια του μπαμπά της, με την ίδια να προσπαθεί ν’ «ανασυνθέσει» τις ζωές των αυτοκαταστροφικών γονιών της, τριγυρνώντας στα μέρη που εκείνοι είχαν ζήσει. Το ημερολόγιο που κρατούσε η μητέρα της στέκει ο πιο πιστός βοηθός στην προσπάθειά της, αφού οι πληροφορίες που αντλεί μέσω της συναναστροφής με τους αμέτρητους θείους, θείες και ξαδέλφια μόνο ως αντικρουόμενες μπορούν να χαρακτηριστούν.
Μπερδεύοντας τον μινιμαλισμό με το ανούσιο, το «Ρομερία» καταπιάνεται σταδιακά με το στίγμα που το AIDS άφησε στην ισπανική κοινωνία (και ειδικότερα σ’ εκείνη μιας κλειστής επαρχίας), κάτι που στα μάτια μου κλωτσάει με το έτος κατά το οποίο διαδραματίζεται η πλοκή. Η ντροπή των παππούδων της καλοβαλμένης φαμίλιας των Πινέιρο για την κατάντια του ναρκομανή γιου τους θα ταίριαζε καλύτερα εάν τοποθετούνταν είκοσι χρόνια πριν, όμως, σε μια τέτοια περίπτωση η ταινία θα έπαυε να είναι… αυτοβιογραφική. Η βαθιά έρευνα της Μαρίνα για το παρελθόν εξελίσσεται σε μια σειρά ατελείωτων οικογενειακών τραπεζωμάτων (όπου συχνά δυσκολεύεσαι ν’ αντιληφθείς ποιος είναι ποιος), καθώς και σε μια δίχως σταματημό ανάγνωση των σημειώσεων από τις σελίδες του ημερολογίου της μαμάς, μέσω των οποίων ξεπροβάλλει το ανήσυχο πνεύμα των νεανικών μητρικών χρόνων.
Η ταφόπλακα στις ευγενείς (έστω) προθέσεις περί μιας οικογενειακού τύπου φεστιβαλικής saga μπαίνει στην τρίτη πράξη του έργου, όταν η auteur Σιμόν καταφεύγει στη λύση του… μαγικού ρεαλισμού προκειμένου να δώσει έναν διανοουμενίστικο τόνο λυρισμού στο εγχείρημά της. Το μπερδεμένο όνειρο φαντασίωσης, σύμφωνα με το οποίο η νεαρή πρωταγωνίστρια Ζούθια Γκαρθία αναλαμβάνει εκτός από τον ρόλο της Μαρίνα κι εκείνον της μητέρας της, ενώ ο ξάδελφός της (με τον οποίο φλέρταρε στο παρόν) υποδύεται τον μπαμπά της, μεταφέρει τη «δράση» καμιά εικοσαριά χρόνια πριν, αναζητώντας (με τρόπο τουλάχιστον αμφίβολο) τις όποιες απαντήσεις. Αυτό που προκύπτει είναι μια έντονη απορία σχετικά με το νόημα της οπτικοποίησης των περίφημων ημερολογιακών σελίδων, σε συνδυασμό με… γερά χασμουρητά. Η Σιμόν ίσως να βρήκε με αυτό το «παιχνίδι» μέρος της λύτρωσης την οποία αναζητούσε. Εγώ πάλι… όχι!
