ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ SILENT HILL (2026)
(RETURN TO SILENT HILL)
- ΕΙΔΟΣ: Ψυχολογικό Θρίλερ Τρόμου
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Κριστόφ Γκανς
- ΚΑΣΤ: Τζέρεμι Ίρβαϊν, Χάνα Έμιλι Άντερσον, Ίβι Τέμπλτον, Ιβ Μακλίν, Έμιλι Κάρντινγκ, Νίκολα Αλέξις
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 106'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: TANWEER
Ο Τζέιμς λαμβάνει ένα γράμμα από την Μέρι, τον μεγάλο του έρωτα που τον έχει στοιχειώσει από το παρελθόν, να επιστρέψει στην πόλη του Σάιλεντ Χιλ για να τη βοηθήσει. Εκεί, όμως, αντί της Μέρι, θα βρει ένα τοπίο καταστροφής, γεμάτο τερατόμορφα πλάσματα που τον καταδιώκουν.
Μία απόπειρα reboot της κινηματογραφικής μεταφοράς του ομώνυμου survival horror video game, η «Επιστροφή στο Silent Hill» χρησιμοποιεί ως έμπνευση το δεύτερο παιχνίδι της σειράς και απευθύνεται κυρίως στους γνώστες του είδους και τους λάτρεις του γκροτέσκα αλλόκοτου, στοιχείο που σίγουρα αγαπά και υποστηρίζει ο Γάλλος σκηνοθέτης Κριστόφ Γκανς. Αυτό που δεν είναι ικανός να υποστηρίξει, ούτε ο ίδιος, ούτε και η ταινία του, είναι η… σεναριακή συνοχή. Κοινώς, δεν κατάλαβα τίποτα!
Η κεντρική ιδέα της πλοκής έχει να κάνει με το «στοιχειό» ενός χαμένου έρωτα, αφηγούμενου μέσα από μία χαοτική timeline φαντασίας και μη, στην οποία το background της πόλης λειτουργεί μονάχα για… αισθητικούς λόγους, αφήνοντας να αιωρείται (ανεξήγητα…) και μια κάποια υποπλοκή αίρεσης την οποία είχε δημιουργήσει στο παρελθόν ο πατέρας της εξαφανισμένης Μέρι.
Βουτηγμένο μέσα σε sets και CGI τοπία industrial παρακμής και brutalist αρχιτεκτονικής όπου το καφέ της σκουριάς «αρρωσταίνει» το βλέμμα, το έργο μοιάζει με ένα video game που έχει μπει στον «αυτόματο πιλότο» και παίζει μόνο του, υποχρεώνοντάς σε να παρακολουθείς τη δράση του κυριολεκτικά αμέτοχος (ειδικά εάν δυσκολεύεσαι ν’ ακολουθήσεις τα δρώμενα). Στρεβλωμένα σώματα που μοιάζουν ανθρώπινα και πλάσματα που παραπέμπουν σε μεταλλαγμένα έντομα (ο Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ θα χαμογελούσε ηδονικά…) προσθέτουν στην εικαστικότητα του φιλμ μια νοσηρή δυναμική υπαρξιακού body horror που κάπως δικαιολογεί την ύπαρξη της «Επιστροφής στο Silent Hill», όμως, δίχως να πρωτοτυπεί πραγματικά ή να προσφέρει κάτι περισσότερο από ένα οπτικό show-off.
Η απουσία του συναισθήματος από την αφήγηση αφήνει τον θεατή σε μια ψυχρή απόσταση, με το production design να γίνεται αυτοσκοπός, ένα είδος «ζωντανού» wallpaper, στο οποίο η ιστορία και οι χαρακτήρες παραμένουν στο περιθώριο, αποστεωμένοι και άδειοι. Στην τελική, τα πάντα μοιάζουν με «animated» props που συχνά (μπορείς να) θαυμάζεις, μα αδυνατείς να κάνεις την οποιαδήποτε περαιτέρω επαφή μαζί τους λόγω του τόσο άψυχου υλικού.
