REGAN (2026)
- ΕΙΔΟΣ: Ψυχολογικό Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Πάνος Κατσιμπέρης
- ΚΑΣΤ: Ειρήνη Λαφαζάνη, Μιχάλης Οικονόμου, Βασίλης Ευταξόπουλος, Μπέσσυ Μάλφα, Αλέξανδρος Τωμαδάκης, Μελίνα Βαμπούλα, Τίτος Πινακάς, Χρήστος Διαμαντούδης, Ηλιάνα Γαϊτάνη, Βασίλης Γιακουμάρος
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 84'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ
«Μια νεαρή κοπέλα γεννά ένα παραμορφωμένο βρέφος – αποτέλεσμα μιας ανεπιθύμητης και εξαναγκαστικής εγκυμοσύνης. Έτσι, βρίσκεται ανάμεσα σε δύο παράλληλες πραγματικότητες», μας περιγράφει το δελτίο Τύπου.
Το αναπαράγω, διότι εγώ από ιστορία… δεν κατάλαβα τίποτα! Και όταν η σκηνοθετική φόρμα «βιάζει» (έως και κυριολεκτικά) το (όποιο) σενάριο και τη δραματουργία, δεν νιώθω ότι με νοιάζει κιόλας ή έχω την παραμικρή υποχρέωση να μπω στον κόπο.
Το «Regan», ντεμπούτο του Πάνου Κατσιμπέρη στη μυθοπλασία, χαρακτηρίζεται από τον σκηνοθέτη (και σεναριογράφο) του ως… «μια ταινία για μια ταινία της ζωής. Με όση τέχνη αυτή αντέχει»! Κατόπιν της παρακολούθησης του φιλμ, αυτό το quote θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο άγριου τρολαρίσματος, όμως, και πάλι, δεν είναι ανάγκη.
Επί της ουσίας, το φιλμ αποτελείται από μικρά κεφάλαια με τίτλους όχι απαραίτητα σχετικούς με τα δρώμενα (όπως συμβαίνει και με τα ίδια τα «βαφτίσια» του έργου, καθώς ο… «Εξορκιστής» του Γουίλιαμ Φρίντκιν δεν αποτελεί σημείο αναφοράς), που μοιάζουν με ένα είδος «συρραφής» σκηνών από διαφορετικές ταινίες μικρού μήκους (το βιογραφικό του Κατσιμπέρη περιλαμβάνει τρεις), με ήρωα πάντοτε ένα γυναικείο πρόσωπο το οποίο δεν είναι απαραίτητα ο ίδιος χαρακτήρας (για τους πιο «παρθένους» θεατές, το format του κάδρου συγκεκριμενοποιεί την ύπαρξη ενός δεύτερου, «παράλληλου» σύμπαντος).
Στο ένα μέρος, ένα νεαρό κορίτσι με σπουδές Καλών Τεχνών έχει υπαρξιακά θεματάκια (τα οποία δεν αναλύονται σε βάθος, ώστε να αποτελέσουν αντικείμενου προβληματισμού και για τον θεατή…), ζορίζεται στην επικοινωνία με τους γονείς του, συναντά αγόρια (πάντοτε «ευνουχισμένα» ως παρουσία από το κάδρο) ή χορεύει (ολόκληρο) το «Hallo Spaceboy» του Ντέιβιντ Μπόουι (στο remix των Pet Shop Boys, ευτυχώς). Στο δεύτερο (και οριακά «φανταστικό») μέρος, ένα κορίτσι έχει γεννήσει ένα τερατόμορφο μωρό που ουρλιάζει ασταμάτητα, με την ίδια να βρίσκεται σε φάση διχασμού για το αν πρέπει να παραστήσει τη στοργική μάνα ή να το σκοτώσει).
Οι δύο δράσεις κινούνται παράλληλα «αφηγηματικά» (τρόπος του λέγειν), το «πειραματικό» βυθίζεται αύτανδρο στην «παραξενιά» και το μοναδικό συμπέρασμα που μπορεί να βγάλει ο θεατής είναι πως ο Κατσίμπερης λατρεύει και έχει μελετήσει την πλήρη φιλμογραφία (μεγάλου ή μικρού μήκους) του Ντέιβιντ Λιντς (το homage στο «Eraserhead» βγάζει μάτι…). Βέβαια, μιλάμε για δουλειές της περιόδου 1967 – 1977. Και, όσο να ‘ναι, ακόμη κι αυτό το έρμο το «Greek weird wave» και γέρασε και… ψόφησε. Οπότε, τι ακριβώς να… ξορκίσουμε εδώ;
