Η ΕΤΥΜΗΓΟΡΙΑ (2025)
(RE-CREATION)
- ΕΙΔΟΣ: Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Τζιμ Σέρινταν, Ντέιβιντ Μέριμαν
- ΚΑΣΤ: Βίκι Κριπς, Τζιμ Σέρινταν, Έινταν Γκίλεν, Κολμ Μίνεϊ, Ντέρεκ Κάρολ, Τζον Κόνορς, Μπρένταν Κόνροϊ
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 89'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: ΣΠΕΝΤΖΟΣ
Στα 1996, δώδεκα ένορκοι πρέπει να αποφασίσουν εάν ο Βρετανός δημοσιογράφος Ίαν Μπέιλι είναι ένοχος ή όχι για τη δολοφονία της Γαλλίδας σκηνοθέτιδας Σοφί Τοσκάν Ντι Πλαντιέ.
Σε ταινίες που περιστρέφονται γύρω από ενόρκους, δικαστικές αποφάσεις και την ενοχή ή μη ενός κατηγορούμενου, πάντοτε πλανάται ένα βαθύ ηθικό δίλημμα που ξεπερνά κατά πολύ την ίδια την υπόθεση. Άνθρωποι καλούνται να κρίνουν ανθρώπους, κουβαλώντας ο καθένας τις προσωπικές του εμπειρίες, τις προκαταλήψεις, τις φοβίες και την ψυχολογική πίεση μιας απόφασης που ενδέχεται να καθορίσει ανεπανόρθωτα τη ζωή κάποιου άλλου. Και ανεξάρτητα από την πραγματική ενοχή ή αθωότητα του κατηγορούμενου, το ηθικό βάρος αυτής της απόφασης είναι τελικά εκείνο που καθορίζει τον ίδιο τον ένορκο ως χαρακτήρα της ζωής.
Η «Ετυμηγορία» του Τζιμ Σέρινταν (και του συν-σεναριογράφου του, Ντέιβιντ Μέριμαν) στηρίζεται ακριβώς πάνω σε αυτόν τον εύθραυστο ψυχολογικό και ηθικό καμβά. Ο Σέρινταν, ένας σκηνοθέτης που εδώ και δεκαετίες κινηματογραφεί ανθρώπους απέναντι σε θεσμούς, εξουσίες και κοινωνικές καταδίκες, επιστρέφει ξανά σε γνώριμα μονοπάτια. Από το «Αριστερό μου Πόδι» (1989) και το «Εις το Όνομα του Πατρός» (1993) μέχρι το «The Boxer» (1997) και το «Το Χωράφι» (1990), οι ήρωές του βρίσκονταν σχεδόν πάντοτε αντιμέτωποι με μηχανισμούς κοινωνικής ή θεσμικής πίεσης που επιχειρούσαν να τους συνθλίψουν. Το ίδιο συμβαίνει κι εδώ, μόνο που αυτή τη φορά το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από τον κατηγορούμενο στους ίδιους τους ανθρώπους οι οποίοι καλούνται να αποφασίσουν για εκείνον.
Ένα από τα ευφυή ευρήματα της ταινίας είναι πως οι ένορκοι δεν προσδιορίζονται μέσα από τα ονόματά τους αλλά μέσα από αριθμούς, κουβαλώντας σχεδόν από την πρώτη στιγμή τη βαριά σκιά των «12 Ενόρκων» (1957) του Σίντνεϊ Λουμέτ. Κι αν εκεί η αλήθεια αναζητούσε διέξοδο μέσα από τη λογική και την επιχειρηματολογία, εδώ ο Σέρινταν αφήνει σταδιακά την αμφιβολία ν’ απλωθεί πάνω στους χαρακτήρες μ’ έναν τρόπο που θυμίζει (από άλλη διαδρομή) τους «12 Πιθήκους» (1995) του Τέρι Γκίλιαμ, όχι θεματικά μα ως αίσθηση μιας πραγματικότητας που μετακινείται συνεχώς, όσο οι μαρτυρίες, οι υποθέσεις και οι προσωπικές βεβαιότητες αρχίζουν να συγκρούονται μεταξύ τους. Η προσωπική ταυτότητα των ενόρκων απογυμνώνεται σταδιακά, αφήνοντας χώρο μόνο στο βάρος της θέσης που καλούνται να υπερασπιστούν μέσα στη διαδικασία, καθώς η ίδια η έννοια της βεβαιότητας αρχίζει να διαλύεται κομμάτι κομμάτι.
Η κινηματογραφική αποκαθήλωση της αλήθειας απαιτεί πλήρη συνείδηση, όπως και πλήρη κατανόηση της πολυπλοκότητας μιας ιστορίας φόνου, πόσω μάλλον όταν ο κατηγορούμενος είναι δημόσιο πρόσωπο και η υπόθεση βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Από τη στιγμή, όμως, που η Ένορκος 8 επιχειρεί πρώτη ν’ αποδομήσει τη βεβαιότητα της ενοχής, οι ισορροπίες μέσα στην ομάδα αρχίζουν να κλονίζονται. Η γυναίκα που ανοίγει το πρώτο ουσιαστικό ρήγμα απέναντι στη βασική κατηγορία γίνεται σχεδόν αμέσως αποδέκτρια ειρωνείας, επιθετικότητας, και σε αρκετές στιγμές ανοιχτά εξευτελιστικής και σεξιστικής συμπεριφοράς από μερικούς από τους υπόλοιπους ενόρκους. Οι συζητήσεις ξεφεύγουν πλέον από τα στενά όρια μιας απλής ανταλλαγής επιχειρημάτων και μετατρέπονται σε προσωπικές συγκρούσεις γεμάτες ένταση, αμφιβολία και υπόγειες επιθέσεις εγωισμού. Κάπου εκεί αρχίζουν σταδιακά να καταρρέουν και τα ίδια τα «κοστούμια» της βεβαιότητας μπροστά στο βάρος των υποθέσεων, των αμφιβολιών και της πιθανότητας ενός ολέθριου λάθους.
Η κάμερα του Σέρινταν εντείνει ακόμη περισσότερο τα τρέχοντα γεγονότα, παραμένοντας διαρκώς κολλημένη πάνω στα πρόσωπα των ενόρκων, έτοιμη σχεδόν να καταπιεί, να καθαγιάσει και στη συνέχεια να επιστρέψει στον θεατή ακόμη και την πιο κρυφή και απογυμνωμένη τους σκέψη γύρω από την υπόθεση. Έτσι, η ατμόσφαιρα του χώρου αποκτά μια σχεδόν θεατρική ασφυξία, με το ενδιαφέρον της ταινίας να βρίσκεται περισσότερο στη διαδικασία μέσα από την οποία οι άνθρωποι προσπαθούν να διαχειριστούν την αλήθεια, παρά στην ίδια την αποκάλυψή της.
Εκεί, όμως, που η «Ετυμηγορία» αφήνει τελικά το μεγαλύτερο αποτύπωμά της είναι στην ανάγκη της συνειδητής αμφιβολίας. Μακάρι όλες οι επιτροπές ενόρκων να λειτουργούσαν με την ίδια επιμονή, την ίδια αγωνία και την ίδια ανάγκη ουσιαστικής αναζήτησης πριν οδηγηθούν σε μία απόφαση. Ο κόσμος ίσως να ήταν πραγματικά διαφορετικός.
