RAN (1985)
- ΕΙΔΟΣ: Επική Δραματική Περιπέτεια
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ακίρα Κουροσάουα
- ΚΑΣΤ: Τατσούγια Νακαντάι, Ακίρα Τεράο, Τζινπάτσι Νέζου, Νταϊσούκε Ρίγιου
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 160'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: SUMMER CLASSICS
Στη μεσαιωνική, φεουδαρχική Ιαπωνία, ένας γηραιός άρχοντας μοιράζει την επικράτειά του στους γιους του, φέρνοντας στην επιφάνεια ανταγωνισμούς που οδηγούν σε προδοσίες, για να προκαλέσει τελικά τη βίαιη κατάρρευση όλης της οικογένειάς του.
Το περίπλοκο ιδεόγραμμα του τίτλου της ταινίας έχει (στη σύγχρονη ιαπωνική γλώσσα) μία σειρά από παρεμφερείς σημασίες: πόλεμος, εξέγερση, σύγκρουση. Ο Ακίρα Κουροσάουα, όμως, ο μοναδικός από τους μεγάλους σκηνοθέτες της χώρας του Ανατέλλοντος Ηλίου, που ήταν και εξακολουθεί να είναι πλατιά γνωστός στο ελληνικό κοινό, το χρησιμοποιεί με την παλιά κινέζικη σημασία: χάος. Η 27η ταινία του, αν και τοποθετείται χρονικά στην ίδια ιστορική περίοδο με το «Καγκεμούσα» (1980), τον 16ο αιώνα, δεν εμπνέεται από τον Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, αλλά από τον Γουίλιαμ Σαίξπηρ!
Ο πιο Ευρωπαίος από τους Ιάπωνες κινηματογραφιστές διασκευάζει εδώ τον «Βασιλιά Λιρ», όπως παλαιότερα είχε διασκευάσει τον «Μάκβεθ» στον «Θρόνο του Αίματος» (1957), μόνο που εδώ «διαστρέφει» κάπως την πλοκή: οι τρεις κόρες του Λιρ γίνονται γιοι, ενώ εισάγεται στην πλοκή η μορφή της Καέντε, το αντίστοιχο της λαίδης Μάκβεθ (ή της Ασάτζι στην ταινία του ’57). Η προβληματική παρ’ όλα αυτά παραμένει αμετάβλητη.
Ένας ηλικιωμένος πολέμαρχος, ο άρχοντας Χιντετόρα (Τατσούγια Νακαντάι), αποφασίζει να αποσυρθεί από την εξουσία, την οποία και παραδίδει στον Τάρο (Ακίρα Τεράο), τον πρωτότοκο γιο του, ενώ εξορίζει τον μικρότερο, τον Σαμπούρο (Νταϊσούκε Ρίγιου), που αντιδρά με την πατρική απόφαση. Το μέλλον του Οίκου των Χιντετόρα έχει κριθεί και τα τραγικά νήματα μπαίνουν σε κίνηση. Η μωρία, η απληστία και η υστεροβουλία θα προκαλέσουν μία θύελλα γεγονότων και θα φέρουν στην επικράτεια τον διχασμό και την καταστροφή – το πλήρες χάος.
Στα 75 του, ο Κουροσάουα, πιο ώριμος παρά ποτέ, έφτιαξε ένα μοναδικό αριστούργημα, μία εντυπωσιακή αναπαράσταση της βαρβαρότητας και της Κόλασης, όπου η ομορφιά της εικόνας, η ποιότητα της σκηνογραφίας, η μαγεία της μουσικής, η σπάνια υποκριτική των ηθοποιών και η δωρικότητα των ρυθμών υποτάσσονται στη μεγαλοφυή δεξιοτεχνική ικανότητά του να σκηνοθετεί για τη μεγάλη οθόνη ταινίες επικών διατάσεων.
