ΟΤΑΝ ΕΡΘΕΙ ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ (2024)
(QUAND VIENT L'AUTOMNE)
- ΕΙΔΟΣ: Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Φρανσουά Οζόν
- ΚΑΣΤ: Ελέν Βανσάν, Ζοζιάν Μπαλασκό, Λουντιβίν Σανιέ, Πιερ Λοτέν, Γκαρλάν Ερλός, Σοφί Γκιγεμέν
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 104'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: FILMTRADE / TANWEER
Ηλικιωμένη μητέρα δεν τα πηγαίνει καλά με την κόρη της, αλλά λατρεύει τον μονάκριβο εγγονό της. Ένα ατυχές γεύμα με δηλητηριώδη μανιτάρια, καθώς και η αποφυλάκιση του γιου της καλύτερής της φίλης, περιπλέκει τις σχέσεις όλων.
Το σενάριο της καινούργιας ταινίας του Φρανσουά Οζόν θα ταίριαζε γάντι στον… Πέδρο Αλμοδόβαρ! Η τεράστια διαφορά είναι πως ο Ισπανός auteur δεν έδειξε σε κανένα σημείο της καριέρας του απροθυμία να πέσει με τα μούτρα στην kitsch μελούρα τραβώντας τις καταστάσεις στα άκρα, ενώ ο Γάλλος συνάδελφός του (στην προκειμένη) καταθέτει μία… αδικαιολόγητη συστολή να πράξει το ίδιο. Ως αποτέλεσμα, τούτο το έργο σερβίρεται με σοβαρές προθέσεις, οι οποίες (ατυχέστατα) καταλήγουν να μοιάζουν με φάρσα και παρωδία μαζί.
Ο κίνδυνος των πολλαπλών spoiler δεν επιτρέπει μεγάλη επέκταση στα της πλοκής. Ας πούμε, λοιπόν, πως στο επίκεντρό της βρίσκεται η δύσκολη σχέση της Μισέλ, μιας μοναχικής όσο και μειλίχιας συνταξιούχου που έχει αποτραβηχτεί σε μικρό χωριό της Βουργουνδίας, με την κόρη της Βαλερί, η οποία (μεταξύ άλλων) δεν μπορεί να συγχωρέσει με τίποτα το παρελθόν της. Το παράξενο δίπολο οικογενειακού δράματος που χτίζεται άπαξ της άφιξης της κόρης στο κτήμα της μάνας, αφήνει την εντύπωση πως αυτό που (ασυνείδητα) επιθυμεί η Μισέλ είναι να απαλλαγεί από την κακομαθημένη Βαλερί, η οποία αν για κάτι διακρίνεται είναι για την εγωιστική της συμπεριφορά και την γενικότερη αχαριστία της. Αυτό που πραγματικά φαίνεται να έχει σημασία για την καλόκαρδη γιαγιά, άλλωστε, είναι η αγάπη του εγγονού της, όπως και ο δεσμός μακροχρόνιας φιλίας που την ενώνει με τη γειτόνισσά της, Μαρί-Κλοντ. Όταν ο Βενσάν, ο φυλακόβιος γιος της τελευταίας, εκτίει την ποινή του και γίνεται ξανά ελεύθερος πολίτης, η Μισέλ θα τον καλωσορίσει με θέρμη και ζεστασιά, βοηθώντας τον να σταθεί ξανά στα πόδια του ωσάν να ήταν δικό της παιδί. Τότε, όμως, τα πράγματα θα πάρουν μία τροπή αμφίσημα… εγκληματική.
Από γεύμα σε γεύμα και… από θάνατο σε θάνατο, το «Όταν Έρθει το Φθινόπωρο» κινείται μ’ ένα ασαφές βάδισμα, αναζητώντας ένα συναισθηματικό αποτέλεσμα που αν και φωνάζει «μελόδραμα» από μίλια μακριά, ταυτόχρονα δείχνει να το αποστρέφεται. Η πρώτη κιόλας σκηνή, κατά την οποία ιερέας εκφωνεί εκ του άμβωνος κήρυγμα για τη Μαρία Μαγδαληνή, υποδηλώνει τις αμέτρητες αμαρτίες που σταδιακά θα αναζητήσουν συγχώρεση ή λύτρωση, εν τούτοις, με τρόπο που φωνάζει ασυνέπεια όσον αφορά χαρακτήρες και καταστάσεις. Η εικόνα της συνταξιούχου δασκάλας που βγάζει η Μισέλ διόλου ταιριάζει με την παρελθούσα ζωή της (όταν την αποκαλύπτει… μου ήρθε να πέσω από την καρέκλα!), ενώ σημειολογικά ο ίδιος ο τίτλος της ταινίας υπονοεί αναδρομή σε πεπραγμένα (εν είδει ενδοσκόπησης), η οποία ουδέποτε έρχεται, μιας και τα μυστικά των ηρώων παραμένουν σταθερά τέτοια. Μόνο το «τώρα» ενδιαφέρει τον Οζόν, άντε και το κοντινό μέλλον, με το χρονικό άλμα του φινάλε να ενισχύει τη νότα απορίας.
Ανάμεσα σε τάχαμου συγκινησιακά φορτισμένες συνομιλίες με φαντάσματα νεκρών και μια αστυνομική έρευνα που υπάρχει… απλά για να υπάρχει, ο Γάλλος auteur κάνει παιχνίδι με τις συνήθεις του ομοφυλοφιλικές νύξεις (σε αδιόρατο επίπεδο αρχικά, καθότι υπάρχουν και διαφορές ηλικίας), μην έχοντας καμία διάθεση να δώσει οποιαδήποτε απάντηση σε κάποιο από τα πολλά ερωτήματα που θέτει. Η σκηνή της κηδείας βγάζει αβίαστο γέλιο (ξανά μανά για τους λάθος λόγους), ενώ το θανατικό που ενσκήπτει από ένα σημείο κι έπειτα σε κάνει ν’ αναρωτιέσαι αν θα μείνει κανείς ζωντανός στο τέλος. Ο αμοραλισμός σύσσωμων των κεντρικών ηρώων, οι οποίοι αρνούνται να κοιτάξουν κατάματα την αλήθεια, γυρεύοντας να προστατεύσουν μία επίφαση ευτυχίας, θέτει ενδιαφέροντα ηθικά διλήμματα, εντούτοις, χάνεται στη θρησκευτική ασάφεια των εννοιών της ενοχής και της συγχώρεσης ή (ακόμα περισσότερο) στη σοβαροφάνεια των πάντων.
