ΚΡΑΤΑ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΣΟΥ ΣΤΟ ΧΕΡΙ ΚΑΙ ΠΕΡΠΑΤΑ (2025)
(PUT YOUR SOUL ON YOUR HAND AND WALK)
- ΕΙΔΟΣ: Ντοκιμαντέρ
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Σεπιντέχ Φαρσί
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 113'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: ONE FROM THE HEART
Επί έναν σχεδόν χρόνο η ιρανικής καταγωγής σκηνοθέτις Σεπιντέχ Φαρσί επικοινωνούσε μέσω βιντεοκλήσεων με τη νεαρή Παλαιστίνια φωτορεπόρτερ Φατιμά Χασούνα. Αυτό είναι το χρονικό των συνομιλιών τους.
Την άνοιξη του 2024, η αδυναμία της Σεπιντέχ Φαρσί να βρει τρόπο μετάβασης στη Λωρίδα της Γάζας (ώστε να καταγράψει επιτόπου το πολεμικό έγκλημα που συνεχίζει να συντελείται εκεί), στάθηκε η αιτία γέννησης τούτου του ντοκιμαντέρ. Έχοντας ξεμείνει στο Κάιρο, η σκηνοθέτις ήρθε σε επαφή με Παλαιστίνιους πρόσφυγες που είχαν βρει καταφύγιο στην αιγυπτιακή πρωτεύουσα και μέσω αυτών προσέγγισε την εικοσιπεντάχρονη Φατιμά Χασούνα, η οποία καθ’ όλη τη διάρκεια των ισραηλινών βομβαρδισμών βρισκόταν εγκλωβισμένη στη Γάζα. Η νεαρή Παλαιστίνια έγινε η φωνή και τα μάτια της Φαρσί, «μεταδίδοντας» την καθημερινή της ζωή εκεί. Βομβαρδισμοί, πείνα, φόβος, αλλά και μια λάμψη ελπίδας σε «ζωντανή ανταπόκριση», η οποία καλύπτει μία (περίπου) δωδεκάμηνη περίοδο. Μέχρι τη μέρα, δηλαδή, που η Φατιμά έπεσε θύμα των βομβών του ισραηλινού στρατού, χάνοντας τη ζωή της ενώ κοιμόταν με την οικογένειά της στο σπίτι τους, στα χαλάσματα της Γάζας.
Πρόκειται για το δεύτερο στη σειρά διεθνούς αναγνώρισης ντοκιμαντέρ που καταπιάνεται με την Παλαιστίνη, προσφέροντας ένα συγκινητικό πορτρέτο της ζωής εκεί κατά τη διάρκεια του πολέμου. Σε σχέση, όμως, με τον «προκάτοχό» του (το βραβευμένο με Όσκαρ «Καμία Άλλη Γη»), υστερεί σε σημαντικό βαθμό. Το υλικό του «Κράτα την Ψυχή σου στο Χέρι και Περπάτα» είναι αφενός επαναλαμβανόμενο, αδιαφορώντας για την οποιαδήποτε προοπτική περαιτέρω εξερεύνησης της θεματολογίας του, αφετέρου το θέαμά του χαρακτηρίζεται ως άκρως… αντικινηματογραφικό! Κύρια αιτία για αμφότερα τα μειονεκτήματά του στέκει η μορφή του, η οποία στη συντριπτική της διάρκεια αποτελείται από μια σειρά «συνεντεύξεων» μέσω FaceTime της Ιρανής σκηνοθέτιδας και της Παλαιστίνιας φωτορεπόρτερ. Καθ’ όλη τη διάρκεια του ντοκιμαντέρ, δηλαδή, ο θεατής βλέπει στο κινηματογραφικό πανί την οθόνη ενός κινητού, μέσω του οποίου οι δυο γυναίκες πραγματοποιούν τις βιντεοκλήσεις τους (με εξαίρεση κάποιες ελάχιστες ενθέσεις τηλεοπτικών ειδήσεων ή φωτογραφιών της Γάζας, καθώς και ευχάριστα διαλείμματα από την είσοδο στο πλάνο του… γατιού της Φαρσί). Δεν πρόκειται για gimmick τύπου «Searching» (2018), αλλά για δικαιολογημένη ανάγκη, πλην όμως, το οπτικό αποτέλεσμα που προκύπτει είναι παρόμοιο.
Η κακή ποιότητα σύνδεσης (το Internet είναι πολυτέλεια στη Γάζα…) κάνει συχνά τις συνομιλίες να γίνονται δύσκολά κατανοητές, προσφέροντας παράλληλα μια σπάνια, «ρεπορταζιακού» τύπου πραγματικότητα. Από την άλλη, ο αυθορμητισμός, η οικειότητα και (πάνω απ’ όλα) το λαμπερό χαμόγελο της Φατιμά προσδίδουν μια νότα σουρεάλ παραδοξότητας στο εγχείρημα. Αντί για τη «μαυρίλα» που θα περίμενε κάποιος να ξεπηδά από τα λεγόμενά της, κάθε βιντεοκλήση στέκει ως ένεση θάρρους και αισιοδοξίας, έννοιες που μοιάζουν να λειτουργούν ως τα μοναδικά αντίδοτα στην πολύμηνη δοκιμασία της Γάζας. Η τύπου «αυτόπτη μάρτυρα» κατάθεση της Φατιμά κρίνεται οξυδερκής και ψύχραιμη, πόσω μάλλον όταν με την πάροδο των μηνών βλέπει φίλους και συγγενείς της να σκοτώνονται από τους βομβαρδισμούς. Υπό αυτές τις συνθήκες, θα ήταν ίσως παράλογο να έχουμε την απαίτηση να προβεί σε πολύπλευρες αναλύσεις περί της Χαμάς και του ρόλου της θρησκείας στην εμπόλεμη κατάσταση. Κάπου, όμως, τα όσα λέγονται εξαντλούνται ως καταγραφή της καθημερινής πραγματικότητας. Βομβαρδισμοί, πείνα, φόβος, αλλά και μια λάμψη ελπίδας χαρακτηρίζουν αυτόν τον πόλεμο για την Φατιμά. Μέχρι να πέσουν οι τίτλοι τέλους και η τελευταία να χαθεί οριστικά…
