PRIMAVERA (2025)
- ΕΙΔΟΣ: Μουσικό Βιογραφικό Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Νταμιάνο Μικελέτο
- ΚΑΣΤ: Μικέλε Ριοντίνο, Τέκλα Ινσόλια, Φαμπρίτσια Σάκι, Αντρέα Πενάκι, Βαλεντίνα Μπελέ
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 110'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: FILMTRADE / TANWEER
Νεαρή βιολονίστρια μεγαλώνει σε βενετσιάνικο ορφανοτροφείο θηλέων και η ζωή της αλλάζει όταν ο νέος της μουσικός δάσκαλος προκύπτει να είναι ο Αντόνιο Βιβάλντι.
Θεωρώ χρέος μου να εξομολογηθώ ότι για μένα η πιο ολοκληρωμένη κινηματογραφική προσέγγιση πάνω στη ζωή ενός συνθέτη της κλασικής εποχής υπήρξε για χρόνια μία και μοναδική: το «Amadeus» (1984) του Μίλος Φόρμαν, από τις σημαντικότερες ταινίες του βιογραφικού κινηματογράφου, που παρακολουθεί τη ζωή του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ μέσα από τη διαδρομή του, τις σχέσεις του και τη σύγκρουσή του με το περιβάλλον της εποχής του. Με αυτό ως σημείο αναφοράς, το «Primavera» του Νταμιάνο Μικελέτο μεταφέρει στον φακό τη Βενετία του 1716, σε έναν διαφορετικό κόσμο όπου η μουσική διαμορφώνεται μέσα σε ένα αυστηρά οργανωμένο περιβάλλον και παίρνει σάρκα μέσα από την καθημερινή λειτουργία του, συγκροτώντας μια ενότητα που διατηρεί από την αρχή έως το τέλος μια σπάνια συνοχή. Η ταινία βασίζεται στο μυθιστόρημα «Stabat Mater» του Τιτσιάνο Σκάρπα και εστιάζει στη σχέση δασκάλου και μαθήτριας.
Στο επίκεντρο αυτής της καθημερινότητας βρίσκεται το Ospedale della Pietà, ένα ίδρυμα που λειτουργεί ως κλειστός κόσμος με αυστηρή ιεραρχία. Εκεί φιλοξενούνται κορίτσια που έφτασαν εγκαταλελειμμένα, προερχόμενα από συνθήκες φτώχειας ή βίας, συχνά χωρίς πατρική ταυτότητα. Πολλές μητέρες άφηναν μαζί τους ένα αντικείμενο κομμένο στα δύο, κρατώντας το άλλο μισό, ώστε να μπορούν κάποτε να αναγνωρίσουν το παιδί τους (αν επιστρέψει). Η ημέρα τους οργανώνεται γύρω από την πειθαρχία και τη μουσική εκπαίδευση, μέσα σ’ ένα περιβάλλον που ρυθμίζει τις κινήσεις, τις επιλογές και το μέλλον τους. Το ίδρυμα διατηρεί μια διπλή όψη: χώρος μουσικής καλλιέργειας και ταυτόχρονα μηχανισμός που προετοιμάζει τη μετάβαση των κοριτσιών σε έναν προκαθορισμένο κοινωνικό ρόλο, όπου ο γάμος εμφανίζεται ως η μόνη διέξοδος από μια πλήρως ελεγχόμενη καθημερινότητα. Η ακρίβεια με την οποία αποδίδεται αυτός ο κόσμος λειτουργεί ως μία από τις πιο ισχυρές βάσεις της ταινίας.
Στην κορυφή αυτής της αυστηρής δομής βρίσκεται η Ηγουμένη, μια παρουσία που επιβάλλεται από την πρώτη της εμφάνιση μέσα από τον τρόπο που κινείται και μιλά, ενώ η συμπεριφορά της διατηρεί μια ψυχρή σταθερότητα που μετατρέπει την πειθαρχία σε κανονικότητα. Οι αποφάσεις της διαμορφώνουν το σύνολο της καθημερινότητας, καθορίζοντας τις σχέσεις και τα όρια των κοριτσιών, καθώς κάθε απόκλιση εντοπίζεται άμεσα και κάθε προσωπική επιθυμία περιορίζεται πριν προλάβει να διαμορφωθεί.
Η μουσική διαπερνά το ίδρυμα από άκρη σε άκρη και καθορίζει τον ρυθμό της ζωής του. Οι πρόβες αποτελούν σταθερό μέρος της ζωής των κοριτσιών, σε μια εποχή όπου λειτουργούν και άλλα μουσικά σύνολα σε αντίστοιχα ιδρύματα και εκκλησίες, με μια διακριτή αίσθηση ανταγωνισμού να διαπερνά αυτόν τον κόσμο, σαν η παρουσία του κοινού να μετατρέπεται σε μέτρο επιτυχίας. Οι συναυλίες δίνονται κάθε Κυριακή μετά τη λειτουργία, σύμφωνα με τη συνήθεια της εποχής που ήθελε τις εκκλησίες να φιλοξενούν μουσικά σύνολα, ενώ στο Pietà τα κορίτσια παραμένουν αθέατα πίσω από τον εξώστη και, σε επίσημες περιστάσεις, φορούν όλες την ίδια μάσκα. Η μουσική φτάνει καθαρή στο κοινό, τα πρόσωπα που τη γεννούν, όμως, παραμένουν κρυμμένα.
Στο κέντρο αυτής της αυστηρής δομής βρίσκεται η Τσεσίλια, μια παρουσία που ξεχωρίζει μέσα από τη σχέση της με τη μουσική και τη σταθερότητα με την οποία επιμένει σε κάθε δοκιμασία. Η διαδρομή της συναντά εκείνη του Αντόνιο Βιβάλντι από τις πρώτες κιόλας στιγμές της παρουσίας του στο ίδρυμα, όταν η επιμονή της την κρατά μόνη απέναντι σ’ ένα απαιτητικό έργο που οι υπόλοιπες εγκαταλείπουν. Η επιλογή του να της αναθέσει το «πρώτο βιολί» λειτουργεί ως σημείο εκκίνησης μιας σχέσης που διαμορφώνεται αποκλειστικά μέσα από τη μουσική, με την αναγνώριση να συνοδεύεται από αυξημένη ευθύνη.
Εκείνη την εποχή, η δημιουργία της μουσικής βασίζεται σε μια διαδικασία που δεν διαθέτει κανένα από τα μέσα που σήμερα θεωρούνται δεδομένα: δεν υπάρχουν μικρόφωνα, ούτε μεγαφωνικά συστήματα, ούτε και δυνατότητα καταγραφής. Ο συνθέτης εργάζεται με το μουσικό του ένστικτο, τη φαντασία του και τη δεκτικότητά του στην αρμονία, σχηματίζοντας πρώτα στο μυαλό του τα πεντάγραμμα, χωρίς πρόβες ή, στην καλύτερη περίπτωση, με ελάχιστες πριν από την πρώτη εκτέλεση. Η παρουσία του Βιβάλντι αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η μουσική του προκύπτει ως άμεση πράξη σύνθεσης και εκτέλεσης. Στη σκηνή μπροστά στον βασιλιά της Δανίας, η Τσεσίλια στέκεται λίγα βήματα μπροστά από την ορχήστρα, με τον Βιβάλντι στο πλευρό της, απέναντι σε μια αυλή όπου η γελοιότητα ξεχειλίζει από τα πρόσωπα που μόλις διακρίνονται κάτω από τις εκκωφαντικά αστείες περούκες τους (σήμα κατατεθέν της υψηλής κοινωνίας), σε μια στιγμή όπου η εμπιστοσύνη συναντά τον κίνδυνο της έκθεσης. Η σχέση των δύο αναπτύσσεται με προσοχή και ευαισθησία, αποτελώντας έναν από τους πιο ουσιαστικούς άξονες της ταινίας.
Η πορεία αυτή οδηγεί την Τσεσίλια μπροστά σε μια επιλογή που καθορίζει τη θέση της. Η πρόταση γάμου εμφανίζεται ως δυνατότητα φυγής, με όρους που υπόσχονται μια διαφορετική ζωή έξω από τους περιορισμούς του χώρου. Η ίδια επιλέγει να παραμείνει, διατηρώντας τη σχέση της με τη μουσική ως κεντρικό σημείο αναφοράς. Σε μία από τις πιο καθοριστικές στιγμές του φιλμ, αρνείται το βιολί που της προσφέρει ο Βιβάλντι και διατυπώνει με σαφήνεια τη θέση της: «Ο σκοπός της μουσικής δεν είναι να μιμείται τις φωνές του κόσμου». Η φράση αυτή συμπυκνώνει τη στάση της και χαράζει έναν εσωτερικό χώρο, όπου η μουσική κινείται με τους δικούς της κανόνες.
Την ίδια στιγμή, η φράση «Όπου υπάρχει μουσική δεν μπορεί να υπάρχει κακό» ακούγεται μέσα σ’ έναν χώρο όπου η τιμωρία αποτελεί βασικό μηχανισμό επιβολής. Οι κανόνες τηρούνται με συνέπεια και κάθε απόκλιση αντιμετωπίζεται άμεσα, μέσα από πρακτικές που ορίζουν με σαφήνεια τα όρια των κοριτσιών. Η μουσική απλώς συνυπάρχει με αυτή τη συνθήκη.
Η διαδρομή της Τσεσίλια οδηγείται σταδιακά σε μια περιοχή όπου οι επιλογές έχουν συνέπειες που δεν μπορούν να απορροφηθούν. Η σύγκρουση με το περιβάλλον του ιδρύματος γίνεται πιο άμεση, ενώ η σχέση της με τον Βιβάλντι περνά σε φάση έντασης που δοκιμάζει τα όρια της μέχρι τότε σύνδεσής τους. Οι πράξεις που ακολουθούν αφήνουν ίχνη στο σώμα και στη θέση της, μετατοπίζοντάς την από τη σιωπηλή αποδοχή σε μια πιο αποφασιστική στάση. Η τελική εικόνα της ταινίας συγκρατεί αυτή τη μετατόπιση σε μια στιγμή που δεν χρειάζεται εξήγηση: μια κίνηση που κλείνει έναν κύκλο και ανοίγει έναν άλλο, με τη μουσική να παραμένει ως εσωτερικό σημείο αναφοράς. Η ταινία καταφέρνει να διατηρήσει αυτή τη γραμμή μέχρι την τελευταία της εικόνα, αφήνοντας μια αίσθηση πληρότητας που δύσκολα συναντάται σε έργα αυτού του είδους.
