FreeCinema

Follow us

ΠΟΛΥ ΞΕΝΗ: ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΗ (2017)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Δώρα Μασκλαβάνου
  • ΚΑΣΤ: Κάτια Γκουλιώνη, Οζγκούρ Εμρέ Γιλντιρίμ, Λυδία Φωτοπούλου, Ακύλλας Καραζήσης, Νίκος Χατζόπουλος, Αλέξανδρος Μυλωνάς, Υβόννη Μαλτέζου, Ερρίκος Λίτσης
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 100'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: SEVEN FILMS / ROSEBUD.21

Ψυχοκόρη πλούσιας ελληνικής οικογενείας στην Πόλη γίνεται η μοναδική κληρονόμος της μετά τον θάνατο του πατέρα αφέντη. Θα συγκρουστεί με τις κοινωνικές (και ταξικές) συμβάσεις της εποχής, όταν αρχίζει να φλερτάρει με έναν Τούρκο «του δρόμου».

Η «Πολυ ξένη» της Δώρας Μασκλαβάνου βασίζεται σε μια (αληθινή) ιστορία απανθρωπιάς, στοιχείου που συχνά χαρακτηρίζει… καλύτερα (με την κακή έννοια) το είδος μας. Η ομώνυμη ηρωίδα (που για χάρη του τίτλου γίνεται ακόμη πιο «ξένη») υιοθετείται στο νεκροκρέβατο του «πατέρα» που τη μεγάλωσε, ως κληρονόμος της οικογενείας συντροφεύει τη «μητέρα» της δίχως τη διάθεση να «νοικοκυρευτεί» μέσω συνοικεσίου, στη ζωή της σπάνια λαχταρά το φευγιό από την οικία τους, όμως η περιουσία που της ανήκει, πια, δεν γίνεται να περάσει απαρατήρητη από το υπόλοιπο σόι ή τους στενούς «φίλους» που καραδοκούν. Θα διαπράξει και το «αμάρτημα» να φλερτάρει με έναν φτωχό Τούρκο, ενάντια σε ταξικά επιτρεπτές συμπεριφορές, επιδεινώνοντας τη θέση και τα δικαιώματά της στην κλειστή ελληνική κοινότητα της Πόλης των αρχών του ’70. Το κουτσομπολιό και η σταδιακή απομόνωση θα δώσουν τη θέση τους σε μια βίαιη και αδιέξοδη αντιπαράθεση που δεν μπορεί παρά να έχει τραγική κατάληξη.

Αν και υπάρχει καλλιτεχνική φροντίδα, το φιλμ της Μασκλαβάνου, πρωτίστως, «βρίσκει» κι αυτό στον γνωστό σκόπελο της αναβίωσης της περιόδου, εγκλωβίζοντας τη δράση σε εσωτερικούς χώρους (το σπίτι της οικογένειας καταντά να μοιάζει περισσότερο πρωταγωνιστής και από την ίδια την ηρωίδα!), προφανώς για λόγους budget. Έτσι, αν και παρακολουθούμε δράμα εποχής (που ξεκινά από τα τέλη του ’50, με την υιοθεσία), καταλήγουμε να ασφυκτιούμε μέσα σε τέσσερις τοίχους που αγωνίζονται (καλαίσθητα, έστω) να ξεφύγουν από μια πιο τηλεοπτική φόρμα προσέγγισης. Δυστυχώς, όταν η «Πολυ ξένη» βγαίνει και έξω, στον πραγματικό κόσμο, τα (ανέμπνευστα και στατικά) πλάνα στήνονται με τον πλέον φτωχό τρόπο, επαναλαμβάνοντας λήψεις με τους χαρακτήρες (συνήθως μάνα και κόρη ή την Πολυξένη μόνη) να κινούνται πέρα-δώθε, στο πριν και το μετά μιας επίσκεψης.

Η σύγκρουση με δικηγόρους, νόμους, την εκκλησία, τους όποιους συγγενείς που θέλουν να της φάνε την περιουσία, το «κακό μάτι» της γειτονιάς, δίνει υλικό για ένα πιο συμπαγές και ουσιαστικό στην κριτική του δράμα κορυφώσεων, όμως η ταινία σταδιακά επικεντρώνεται περισσότερο (και μάλλον άδοξα) στη σχέση της ηρωίδας με έναν Τούρκο αλητάκο και κομπιναδόρο, μπαίνοντας σε μια καταστασιακή λούπα που, πλέον, προκαλεί ατονία. Φταίει και η έλλειψη νοιαξίματος στο στήσιμο πιο ουσιαστικών βοηθητικών χαρακτήρων, που θα πλαισίωναν ακόμη καλύτερα την παρουσία της Πολυξένης. Αλλά κι εδώ, η Μασκλαβάνου δεν τολμά να αναλύσει βαθύτερα την ψυχοσύνθεση της ηρωίδας της (όσα flashback και να περάσουν από μπροστά μας για την απώλεια των πραγματικών γονιών της ή το επίσης βίαιο σπάσιμο του δεσμού με τον αδελφό της, που την πληγώνει αφόρητα…), αφήνοντας την Κάτια Γκουλιώνη να παλεύει για να σηκώσει σχεδόν μόνη ολόκληρο το έργο. Είναι αλήθεια πως ερμηνευτικά δείχνει ακόμη πιο ώριμη, άφοβη σε πλείστα κοντινά πλάνα. Αν και κυριολεκτικός στυλοβάτης της ταινίας όμως, η Γκουλιώνη καταλήγει να σολάρει ελαφρώς μονοδιάστατα, δίχως ιδιαίτερες διακυμάνσεις ή ένα πιο αναλυτικό πλησίασμα του χαρακτήρα της Πολυξένης.

Το τελευταίο μέρος της ψυχιατρικής κλινικής (με την ηθοποιό να ψάχνεται στο αν πρέπει να δείχνει λίγο πιο «τρελή» από πριν ή όχι…) δεν καταφέρνει να κλιμακώσει την πορεία της ζωής της ηρωίδας, μοιάζει σχεδόν παράταιρο (αν όχι και βιαστικό), κατεβάζει ακόμη περισσότερο τους τόνους και οδηγεί σε ένα φινάλε σίγουρα προβλέψιμο αλλά διόλου «ζωντανό». Λες και το ενδιαφέρον για τη μοίρα της Πολυξένης έχει χαθεί ακόμη και από την παραγωγή του φιλμ… Κρίμα, γιατί υπάρχουν όμορφες στιγμές (έξω από τα καρτ-ποσταλικά στερεότυπα) που, δυστυχώς, χάνονται μέσα στο σύνολο της ταινίας, αφήνοντας την Γκουλιώνη ως τη μοναδική (γενναία) κερδισμένη της υπόθεσης.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Καλών προθέσεων δράμα εποχής που δεν καταφέρνει να «αναπνεύσει» μέσα στη χρονική περίοδο που (αγκομαχά να) αναπαριστά, μένοντας κυρίως κλεισμένο σε χώρους παλιών κατοικιών, θυμίζοντάς μας για ακόμη μια φορά ότι αντίστοιχες ελληνικές παραγωγές αποκλείεται να μην βγουν ελαττωματικές (το «αδύναμες» θα ήταν πιο κολακευτικό…) κινούμενες σε πλαίσιο μικρών budget. Προφανώς, είναι μια καθαρά γυναικεία ταινία, άσχετα από την προβληματική τής χειραφέτησης και την κόντρα τής ηρωίδας με… τους πάντες. Οι νοσταλγοί της Πόλης, μην περιμένουν να δουν σαχλό μελόδραμα τύπου «Ρόζα της Σμύρνης», τούτο εδώ δεν έχει γυριστεί για μαζική κατανάλωση. Μια μικρή μερίδα θεατών θα βρει σημεία ταύτισης, η γκάμα των ηθοποιών που κάνουν περάσματα (δίχως ρόλους, ατυχώς) είναι μεγάλη και τραβά την προσοχή. Αν ρωτάς κι εμένα, όχι μια ταινία που έπρεπε να βγει στα μέσα του (εορταστικού) Δεκέμβρη!


MORE REVIEWS

ΚΑΠΟΙΑ ΜΙΛΗΣΕ

Δύο δημοσιογράφοι της εφημερίδας The New York Times αναλαμβάνουν το reportage που αποκάλυψε σωρεία καταγγελιών για σεξουαλική κακοποίηση και παρενόχληση γυναικών από τον κινηματογραφικό παραγωγό Χάρβεϊ Γουάινστιν.

ΣΩΣΕ ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ

Μια ομάδα από ξωτικά - προστάτες των δέντρων θα κάνουν ό,τι περνά από τα μικροσκοπικά τους χέρια, προκειμένου να καταφέρουν να σώσουν το πάρκο της πόλης από τα σατανικά σχέδια του Δημάρχου, ο οποίος θέλει να το μετατρέψει σε… τεχνολογικό ανοσιούργημα!

ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ

Κάπου στο βόρειο Δουβλίνο, η μητέρα της Σαρ εξαφανίζεται. Όταν τελικά επιστρέφει στο σπίτι, η Σαρ συνειδητοποιεί πως κάτι πάει… πολύ λάθος μ’ εκείνη.

DEVOTION: ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΩΝ ΑΙΘΕΡΩΝ

Οι πιλότοι του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού προετοιμάζονται ν’ αντιμετωπίσουν τον κόκκινο κίνδυνο, όποτε κι όπου αυτός εμφανιστεί! Το καλοκαίρι του 1950, λοιπόν, οι δυνάμεις της Βόρειας Κορέας περνούν τον 38ο παράλληλο... Βασισμένο σε αληθινά γεγονότα.

ΛΑΪΛ, Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ Ο ΚΡΟΚΟΔΕΙΛΟΣ

Νεοαφιχθείσα στη Νέα Υόρκη οικογένεια ανακαλύπτει στο πατάρι του σπιτιού της έναν… ολοζώντανο κροκόδειλο! Ο Λάιλ δεν είναι ένα συνηθισμένο ερπετό, καθώς έχει την ικανότητα να τραγουδά με χάρη που θα ζήλευαν και τα πρώτα αστέρια του πενταγράμμου. Μπορεί, όμως, ένας κροκόδειλος να ζήσει ως κατοικίδιο τη σήμερον ημέρα;