FreeCinema

Follow us

ΠΙΟ ΠΟΛΥ ΑΠΟ ΠΟΤΕ (2022)

(PLUS QUE JAMAIS)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Έμιλι Ατέφ
  • ΚΑΣΤ: Βίκι Κριπς, Γκασπάρ Ουλιέλ, Μπγιόρν Φλόμπεργκ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 123'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ROSEBUD.21

Η Ελέν πάσχει από σπάνια ανίατη ασθένεια, αλλά δεν θέλει να την λυπούνται. Ταξιδεύει σε κουκίδα του χάρτη της Νορβηγίας, προκειμένου να ζήσει έστω για λίγο ελεύθερη. Ή μήπως για να πεθάνει μόνη;

Το «Πιο Πολύ Από Ποτέ», για έναν μακάβριο λόγο, αποτελεί μια περίεργη κινηματογραφική εμπειρία. Πρόκειται για την τελευταία εμφάνιση του Γκασπάρ Ουλιέλ, πριν ο Γάλλος ηθοποιός χάσει τη ζωή του σε ατύχημα σε ski resort. Σε μια ταινία, δε, που πραγματεύεται αποκλειστικά έναν… επικείμενο θάνατο. Όχι ακριβώς «προφητικό», όμως, σίγουρα μελαγχολικό.

Πέρα από τούτη την οδυνηρή προσέγγιση, το φιλμ της ιρανικής καταγωγής Γαλλογερμανίδας auteur Έμιλι Ατέφ στοχεύει στο ν’ αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο μια ανίατη ασθένεια επαναδιατυπώνει τις κοινωνικές σχέσεις, τον αισθηματικό κόσμο, το παρόν, αλλά και το μέλλον ενός ανθρώπου που νιώθει (και ουσιαστικά είναι…) ετοιμοθάνατος. Μοιάζει με έναν προσωπικό διαλογισμό για το ταξίδι στην «άλλη πλευρά», που στην προκειμένη φέρνει τον εν δυνάμει «ταξιδιώτη» να κοιτάζει κατάματα το αναπόφευκτο, την ώρα που ο φιλικός του περίγυρος, αδυνατώντας εκ των πραγμάτων να «νιώσει» στ’ αλήθεια, δεν μπορεί παρά να καταφεύγει σε τυπικές κουβέντες (υπο)στήριξης κι ελπίδας.

Μπουχτισμένη από όλα αυτά, καθώς και από τις μηδαμινές ιατρικές ελπίδες οι οποίες περιορίζονται σε μία αμφιβόλου επιτυχίας μεταμόσχευση πνευμόνων, η Ελέν ανακαλύπτει Νορβηγό blogger, ο οποίος αντιμετωπίζοντας περίπου τα ίδια προβλήματα, καταγράφει εν είδει διαδικτυακού ημερολογίου την επίπονη καθημερινότητά του. Μην έχοντας κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό της, παρά μονάχα την επιθυμία της φυγής, ανακοινώνει στο στοργικό σύντροφό της Ματιέ την απόφασή της να απομονωθεί για λίγο καιρό στην όμορφη νορβηγική ύπαιθρο, παρουσιάζοντας το συγκεκριμένο ταξίδι ως όνειρο ζωής. Ο Μπεντ την υποδέχεται στο γραφικό του παραθαλάσσιο σπίτι πλάι στα φιόρδ, η Ελέν τακτοποιείται όπως μπορεί σ’ αυτό και η άτυπη απομόνωσή της αρχίζει.

Δεν θα γίνω πρωτότυπος, πλην όμως δεν δύναται να μην αναφέρω για πολλοστή φορά πως σε ακόμη μία art-house ταινία του καιρού μας, το ούτως ή άλλως ελλιπές της σενάριο στερείται της προοπτικής του ν’ απλωθεί σε δίωρη (plus!) διάρκεια. Άπαξ της άφιξης της Ελέν στην όμορφη επαρχιακή Νορβηγία, καθώς και των πρώτων συστάσεων με τον Μπεντ, το στόρι περιστρέφεται αποκλειστικά γύρω από την ιδιότυπη «επιθανάτια» εξορία της, δίχως κάτι άλλο ουσιαστικό στην αφήγηση. Μια δήθεν υποψία θριλερικού υπόβαθρου σχετικά με την ταυτότητα του καλόκαρδου εξηντάρη Νορβηγού, που τόσο πρόσχαρα άνοιξε την πόρτα του σπιτιού του σε μια άγνωστη σ’ αυτόν γυναίκα, εμφανίζεται για μια στιγμή (ωσάν στιγμιότυπο από άλλη ταινία!) και αμέσως… εξαφανίζεται. Από την άλλη, η παντελής έλλειψη πληροφοριών για το παρελθόν, τόσο της Ελέν (κατά κύριο λόγο) όσο και του καλού Ματιέ, δεν αντικαθίσταται από την (παραδόξως) πληρέστερη σκιαγράφηση του οικοδεσπότη, καθώς οι άλλοι δύο είναι τα βασικά πρόσωπα του δράματος. Η αιτιολόγηση του τρόπου με τον οποίο ο Μπεντ έμαθε να μιλά τα γαλλικά, βέβαια, μόνο συγκαταβατικά χαμόγελα μπορεί να σκορπίσει, πάρα να εκληφθεί ως σοβαρή ανάλυση χαρακτήρα…

Ως κύριο μέλημα της Ατέφ, περισσότερο φαίνεται να είναι η κατά το δυνατόν απογύμνωση της ασθένειας από το στενό ιατρικό περιβάλλον, καθρεφτίζοντας τις συνέπειές της σε μια καρτποσταλικού τύπου παρθένα φύση. Προκειμένου να πετύχει το σκοπό της, ποντάρει ό,τι έχει και δεν έχει στην πρωταγωνίστριά της, Βίκι Κριπς, η οποία φορά εκ νέου το πατενταρισμένο πια προσωπείο της χαρμολύπης («Νησί του Μπέργκμαν» και «Κορσές» οι τόσο πρόσφατες, αντίστοιχες προηγούμενες), με bonus εμφάνισης εδώ… φορητή συσκευή οξυγόνου, την οποία σέρνει μαζί της αναγκαστικά, ένεκα της ασθένειας! Το μόνιμο καλοκαιρινό φως της Νορβηγίας (που τόσο την ενοχλεί αρχικά), δημιουργεί έναν ενδιαφέροντα συμβολισμό, αντιπαραβαλλόμενο με το μόνιμο σκοτάδι που παραμονεύει στη γωνία. Η διαύγεια της νορβηγικής υπαίθρου ενδέχεται να κρύβει την αναγέννηση της Ελέν, αν και η παραίτησή της «φωνάζει» από το ξεκίνημα του φιλμ. Για την αναγέννηση της ίδιας της Κριπς, ούτε λόγος να γίνεται, αφού αυτή κι αν δείχνει πως έχει παραιτηθεί από την αναζήτηση ενός διαφορετικού ρόλου.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Παρά τον (εξαρχής) ελεγειακό του τόνο, το «Πιο Πολύ Από Ποτέ» αποφεύγει τις μελοδραματικές κορώνες, λειτουργώντας ως ντοκιμαντερίστικου τύπου καταγραφή ενός (από τα πάντα, θαρρείς) χωρισμού. Το σκηνικό είναι ομολογουμένως πανέμορφο, οι προθέσεις ευγενείς και νηφάλιες, όμως, το αποτέλεσμα σκοντάφτει στη μονίμως ανίατη σεναριακή ασθένεια του σύγχρονου art-house. Όχι ακριβώς πληκτικό, αλλά περισσότερο αδιάφορο, ως η οπτικοποιημένη ανάγνωση του ημερολογίου ενός άγνωστού σου ανθρώπου. Από αυτή την άποψη, διόλου τυχαίο είναι που το φιλμ οφείλει σημαντικό μέρος της έμπνευσής του στα όσα βίωσε η σκηνοθέτις πλάι στην επί σειρά ετών άρρωστη μητέρα της.


MORE REVIEWS

ΕΚΤΟΣ ΕΛΕΓΧΟΥ

Ένας πιλότος θα βρεθεί αντιμέτωπος με μια κατάσταση ζωής και θανάτου, όταν αναγκαστεί να προσγειώσει το επιβατηγό αεροσκάφος του σε μια ζούγκλα, στη μέση του πουθενά.

JOYLAND

Υπό καθεστώς οικογενειακής πίεσης, προκειμένου να βρει δουλειά, ο μικρότερος γιος πακιστανικής φαμίλιας καταφεύγει στην έσχατη λύση της εργασίας σε… ερωτικό χοροθέατρο. Η καθημερινή συναναστροφή του με την transsexual πρωταγωνίστρια του θεάματος, εξελίσσεται σε έρωτα. Αυτά, όμως, είναι δύσκολα πράγματα για έναν νεαρό και… παντρεμένο Πακιστανό!

ΜΠΕΛ: Ο ΔΡΑΚΟΣ ΚΑΙ Η ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ

Ένα ντροπαλό νεαρό κορίτσι θ’ αποφασίσει να «δραπετεύσει» σ’ έναν εικονικό κόσμο, εκεί όπου ο καθένας μπορεί να είναι αυτό που θέλει. Σύντομα, όμως, θα συνειδητοποιήσει πως ο ψηφιακός κόσμος δεν διαφέρει και τόσο από τον πραγματικό.

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Έπειτα από σαράντα χρόνια παραμονής στην ξενιτιά, ο Φελίτσε επιστρέφει στη Νάπολη. Νεανικές αναμνήσεις ξυπνούν στη θύμησή του, τα φαντάσματα του παρελθόντος, όμως, γυρίζουν για να τον στοιχειώσουν.

Η ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Στα τέλη του 19ου αιώνα, ένας Δανός ιερέας ταξιδεύει μέχρι την Ισλανδία με σκοπό να επιβλέψει το χτίσιμο μιας εκκλησίας σ’ ένα απομονωμένο μέρος του νησιού.