PILLION (2025)
- ΕΙΔΟΣ: Ρομαντική Δραμεντί
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Χάρι Λάιτον
- ΚΑΣΤ: Χάρι Μέλινγκ, Αλεξάντερ Σκάρσγκαρντ, Λέσλι Σαρπ, Ντάγκλας Χοτζ, Τζέικ Σίαρς, Τζέικ Σαρπ, Τζέικομπ Κάρτερ, Άντονι Γουέλς
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 106'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: CINOBO
Νεαρός gay, καλό, ήσυχο και συνεσταλμένο «παιδί», γνωρίζει απίστευτα θελκτικό και αρρενωπό biker που τον προτείνει να γίνει ο… υποτακτικός του. Θα αντέξει έναν τέτοιο ρόλο αφοσίωσης σε μία BDSM και πλέον extreme σχέση;
Πέρα από το στερεότυπο ενός πλαισίου που «απαιτεί» να χρησιμοποιούμε τον όρο «queer cinema», το «Pillion» σίγουρα είναι μία gay ταινία που απευθύνεται σε… hardcore κοινό αντίστοιχης ταύτισης, όμως, επιχειρεί (και) ένα κάποιο παράτολμο και πρωτότυπο crossover με το κοινό της όποιας mainstream ρομαντικής κομεντί, ακολουθώντας σχεδόν κάθε παραδοσιακό μοτίβο του genre, με τη διαφορά πως εδώ… το ξεκωλιάζει!
Ο αρκετά άβγαλτος Κόλιν, που μένει ακόμα με τους γονείς του και δεν παρουσιάζει δείγματα τόλμης σε κανέναν τομέα της ζωής του, θα γνωρίσει σε μια pub τον Ρέι, έναν μυστηριώδη biker με χαρακτηριστικά… καύλαρου, ο οποίος εντελώς ανεξήγητα θα τον προσεγγίσει, θα «ψωνιστούν» και, ακόμη πιο αναπάντεχα, θα του ζητήσει να τον επισκεφτεί στο σπίτι του, όπου θα του συμπεριφερθεί σαν να τον έχει… σκλάβο του!
Ο Κόλιν δεν θα αρνηθεί τίποτα, καθώς η σχέση τους εξελίσσεται, χωρίς όμως η σεξουαλική επαφή να εμπεριέχει κάτι το ερωτικό (σαν συναίσθημα). Ο Ρέι δεν του επιτρέπει ούτε το φιλί στο στόμα, ούτε και μια θέση στο κρεβάτι του, υποχρεώνοντας τον Κόλιν να κοιμάται στο πάτωμα, δίπλα του. Σταδιακά, έστω, θα αισθανθεί πως (για πρώτη φορά στον ενήλικο βίο του) ανήκει σε μία «οικογένεια», που είναι η υπόλοιπη παρέα του Ρέι, μια παρέα από bikers με κοινά γούστα και βίτσια, μια συνθήκη η οποία ξεπερνά κάθε φαντασία του Κόλιν.
Εκεί όπου η επανάληψη της πρόκλησης (η σεκάνς του picnic κάπου ξεφεύγει, είναι η αλήθεια) βαλτώνει το «Pillion», ο Χάρι Λάιτον κάνει ένα «ύπουλο» twist και αποφασίζει να «μετριάσει» λίγο τη συμπεριφορά του Ρέι, μετατρέποντας το φιλμ σε μία νορμάλ (χα!) rom-com, όπου ο ήρωας (λες κι) επιθυμεί να δοκιμάσει και τα δικά του όρια, αντιμέτωπος με μία… κανονικότητα ερωτικής σχέσης. Είναι το πιο ενδιαφέρον σημείο της ταινίας, όχι επειδή «φλερτάρει» με τις συμβάσεις του συγκεκριμένου φιλμικού είδους, αλλά γιατί (μας) διδάσκει τη σημασία της διαφορετικότητας στη σχέση ενός ζευγαριού και το πόσο απαραίτητη είναι αυτή η «ανισορροπία» των «ρόλων», εκείνη που (τελικά) προσφέρει αντοχή διάρκειας, δίχως να αναγκάζεται κανείς από τους δύο να κάνει πίσω και να παραστήσει κάτι άλλο από αυτό που είναι και θέλει να είναι.
Από μία άποψη, αδιέξοδη η σεναριακή κατακλείδα της ταινίας, από την άλλη λογική και πλήρης, δίχως ρομαντικούς συμβιβασμούς και τύψεις για τα πεπραγμένα των δύο ηρώων. Ο καθένας παίρνει αυτό που του αξίζει, δίχως να υπολογίζει (;) πόνο, με τον Λάιτον να ρίχνει τίτλους τέλους υπό τους στίχους του περίφημου «Smile» των Τέρνερ και Πάρσονς. «Τι νόημα έχει να κλαις», αν έχεις μάθει τι θες; Ίσως αύριο…
