FreeCinema

Follow us

PIETA (2012)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Κιμ Κι-Ντακ
  • ΚΑΣΤ: Λι Τζονγκ-Τζιν, Τζο Μιν-Σου, Κιμ Τζέι-Ροκ, Τζιν Γιονγκ-Οκ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 104’
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: AMA FILMS

Συλλέκτης χρεών, που δε φημίζεται για τη διαλλακτικότητα ή τον οίκτο του, τα βρίσκει σκούρα όταν εμφανίζεται ξαφνικά στην εξώπορτά του άγνωστη γυναίκα, η οποία ισχυρίζεται ότι είναι η μάνα που τον εγκατέλειψε. Φυσικά, δε θα περάσει πολύς χρόνος πριν η σχέση τους στραφεί προς μη συνηθισμένες κατευθύνσεις. Μέχρι πού μπορεί να φτάσει αυτή η επανένωση και ποιο είναι το πραγματικό κίνητρο της μητέρας;

Ο Κιμ Κι-Ντακ είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση σκηνοθέτη. Συχνός επισκέπτης των κινηματογραφικών φεστιβάλ των τελευταίων δεκαπέντε χρόνων, κατάφερε να δημιουργήσει φήμη γύρω από το όνομά του με ταινίες που εξερευνούσαν τόσο την ευγενή πλευρά των ανθρώπων και την αναζήτησή τους για ένα συναισθηματικό καταφύγιο όσο και μια μηδενιστική πραγματικότητα, γεμάτη σκληρές εικόνες και έλλειψη ηθικών ενδοιασμών. Η τελευταία δημιουργία του, «Pieta», συνδυάζει τις δύο θεματικές τής φιλμογραφίας του και κατάφερε να του αποδώσει και το μεγαλύτερο βραβείο της καριέρας του, το Χρυσό Λιοντάρι δηλαδή, στο πιο πρόσφατο Φεστιβάλ της Βενετίας.

Από την αρχή ήδη της ταινίας, ο Κιμ Κι-Ντακ κάνει ξεκάθαρα φανερό το πόσο βίαιη είναι η κοινωνία στην οποία διαδραματίζεται η ιστορία του. Ο Λι Κανγκ-Ντο είναι συλλέκτης χρεών και αναλαμβάνει δουλειά όταν οι δανειζόμενοι δεν μπορούν να πραγματοποιήσουν την αποπληρωμή τού δανείου τους λόγω των εξωπραγματικών τόκων. Ο Λι, τότε, παίρνει πρωτοβουλία και σπάει χέρια, πόδια ή ό,τι άλλο είναι απαραίτητο ώστε να πληρωθεί το ποσό από τις αντίστοιχες ασφάλειες ζωής των θυμάτων. Ο ίδιος μένει μόνος, κοινωνικά απομονωμένος και συναισθηματικά ασταθής, και η καθημερινότητά του διαταράσσεται μόνο όταν στην πόρτα του εμφανίζεται μία άγνωστη γυναίκα, που υποστηρίζει πως είναι η μητέρα που δε γνώρισε ποτέ.

Η αφήγηση του Κιμ Κι-Ντακ είναι στρωτή και λιτή, αφήνοντας τα γεγονότα να μιλήσουν για τους χαρακτήρες. Τα γυμνά σκηνικά, τα εγκαταλελειμμένα κτήρια και η παρακμή που γεμίζει το περιβάλλον εύκολα αντιπαραβάλλονται με τον ψυχισμό των ηρώων και με αυτά που κρύβουν μέσα τους. Στο πρώτο μέρος, ειδικά, που βασίζεται κυρίως στην ανάπτυξη του Λι και στη σκιαγράφηση της συμπεριφοράς του, η βία έχει τον πρώτο λόγο και αποτελεί το κυριότερο μέσο περιγραφής της ιδιοσυγκρασίας του. Όταν, όμως, εμφανίζεται η γυναίκα που ισχυρίζεται ότι είναι η μητέρα του, οι ισορροπίες φαίνεται να αλλάζουν. Ο Λι, αρχικά, εξακολουθεί να συμπεριφέρεται με τον τρόπο που γνωρίζει, υποβιβάζοντάς την συνεχώς και υποβάλλοντάς την σε σωματικά και ψυχικά βασανιστήρια. Όταν εκείνη, όμως, δε φαίνεται να επηρεάζεται και συνεχίζει να του συμπεριφέρεται με την ίδια μητρική στοργή, η σχέση αρχίζει να παίρνει άλλη τροπή, χωρίς να γίνεται φανερό πού θα καταλήξει και προς ποιου το όφελος θα είναι αυτό το φινάλε, τελικά.

Στα ιταλικά «Pietà» σημαίνει «έλεος», όμως, διεθνώς η έννοια έχει ταυτιστεί με το άγαλμα του Μιχαήλ Άγγελου που απεικονίζει τον νεκρό Χριστό στα πόδια της μητέρας του, μετά τη Σταύρωση και την Αποκαθήλωση. Η θρησκευτική μεταφορά είναι έντονη στις αφίσες της ταινίας, αλλά στο ίδιο το έργο μπαίνει, ευτυχώς, σε δεύτερο πλάνο. Στην πραγματικότητα, η ταινία δεν ξεφεύγει από αυτό που έχουμε μάθει τελευταία ως κοινό να προσδοκούμε από τον κορεάτικο κινηματογράφο. Η δύναμη της βίας ως μέσο επιβολής, η έλλειψη αγάπης ως αφορμή των συναισθηματικών ελλείψεων, η εκδίκηση ως κίνητρο και μέσο εμψύχωσης τις στιγμές της αμφιβολίας είναι διάχυτες σε όλη τη διάρκεια της ταινίας. Ο Κιμ Κι-Ντακ ενορχηστρώνει άψογα όλα τα στοιχεία που θα δημιουργήσουν μία ταινία ικανή να αποτυπωθεί για καιρό στο μυαλό του θεατή, το μόνο πρόβλημα, όμως, είναι ότι τα συστατικά από ένα σημείο και μετά αρχίζουν να φαίνονται περισσότερο οικεία από όσο θα έπρεπε. Παράλληλα, οι συμβολισμοί που χρησιμοποιεί ο σκηνοθέτης δε βρίσκουν πάντα την ποιητικότητα που θα επιθυμούσε, ούτε παραμένουν διακριτικοί, ώστε να υποστηρίξουν αρμονικά τις σκηνές. Αντιθέτως, τα σύμβολα παραγίνονται προφανή και αυτό δε λειτουργεί υπέρ της ταινίας.

Παρ’ όλ’ αυτά, στο τελευταίο τρίτο της ιστορίας, η ένταση δυναμώνει και η ταινία κλιμακώνεται με ένα δυνατό φινάλε, που αποτελεί και το καλύτερο κομμάτι του συνόλου. Μπορεί η ανάπτυξη μέχρι τότε να ακολουθεί αργούς ρυθμούς και ο χειρισμός κάποιων λεπτομερειών να μην είναι όσο προσεκτικός θα περιμέναμε, όμως, η επιτυχία του τέλους είναι αρκετή για να υπερισχύσει η θετική εντύπωση. Σίγουρα, σε αυτό συνηγορεί και η ερμηνεία της Τζο Μιν-Σου, που βγάζει τη στωικότητα της μάνας αλλά, ταυτόχρονα, τη συνδυάζει με μία τρομακτική αποφασιστικότητα, η οποία δημιουργεί απορίες σχετικά με το πού μπορεί να την οδηγήσει.

Η «Pieta» σίγουρα δεν είναι μια εύκολη ταινία, ούτε μία ταινία που θα προσφέρει στο θεατή δύο ώρες χαλαρής προβολής, όμως, επιβραβεύει όσους παραμένουν μαζί της έως το τέλος και αποτελεί παράδειγμα «φεστιβαλικού» σινεμά που παραμένει προσιτό και στο ευρύτερο κοινό.

Ουδέποτε υπήρξα συντηρητικός. Αγαπώ πληθώρα φιλμ και σκηνοθετών από την Κορέα. Και επικροτώ ένα είδος σινεμά έξω από το συμβατικό. Οι ταινίες του Κιμ Κι-Ντακ, όμως, μου θυμίζουν τι εστί… κινηματογραφική αποστροφή!

Η τελευταία του φιλμική απόπειρα μας έρχεται με την ανώτερη βράβευση από το περσινό Φεστιβάλ της Βενετίας. Υπήρχε ένα ίχνος προσμονής και φιλοδοξίας, δηλαδή, να ξεχωρίζει από τα τυπικά συμπτώματα της φιλμογραφίας του. Βασικό και τεράστιο λάθος: ποτέ μη στηρίζεις τις ελπίδες σου σε βραβεία ευρωπαϊκών φεστιβάλ! Αντιθέτως, να κρύβεσαι από προσώπου γης, όποτε ακούς για Φοίνικες, Λιοντάρια κι Άρκτους!

Από μια συγκεκριμένη οπτική, η «Pieta» μπορεί να βαφτιστεί ως το ιδανικό exploitation φιλμ για την arthouse φυλή, με το «βόλι» να πετυχαίνει και κάτι αθώους περαστικούς, που θα διαβάσουν τα συνήθη (και ασαφή) διθυραμβικά. Απομακρυσμένη από παλαιόθεν λυρισμούς του σκηνοθέτη, η κάμερα φλερτάρει μονίμως με το τοπίο της industrial φάμπρικας, σαν αποχαιρετισμός στο «Συνοικία το Όνειρο», για να προσδώσει μια extra αίσθηση δυσφορίας στο θεατή. Ο κεντρικός ήρωας είναι ο μπράβος που υποτίθεται πως μαζεύει τις δόσεις από τα χρέη ή τους εξωφρενικούς τόκους που φορτώνει ο τοκογλύφος – αφεντικό του σε κάθε κακομοίρη, αλλά αντ’ αυτού αφήνει πίσω του χήρες κι ορφανά ή, κυρίως, σακάτηδες, αφού η ασφάλεια ζωής θα εξασφαλίσει τα χρήματα που χρειάζονται για να σβήσει τους «πελάτες» από τα μαύρα τα κατάστιχα.

Η μυστηριώδης εμφάνιση άγνωστης γυναίκας, που τον παρακολουθεί σα σκιά του, θα κλονίσει τη ρουτίνα της καθημερινότητάς του (και τη δική μας ανησυχία για το αν υπάρχει κάποια πλοκή εδώ…), ως τη στιγμή που θα του αποκαλύψει ότι πρόκειται για τη μητέρα που τον εγκατέλειψε μωρό (αυτό δικαιολογεί «ταπεινά» τον παλιοχαρακτήρα του!). Μέχρι εκείνος να πειστεί για την ταυτότητά της (όχι ότι εμείς το δεχτήκαμε απαραιτήτως), η μάνα θα περάσει τα μύρια όσα απαξιωτικά έως και διαστροφικά, όμως, όταν οι ρόλοι τροποποιηθούν ανάλογα με τα θέλω εκείνης, ο νταής θα βρεθεί προ εκπλήξεως.

Η σκόπιμη λιτότητα της γραφής στην αφήγηση δεν ταυτίζεται απαραίτητα με το ψυχολογικό ξεγύμνωμα των χαρακτήρων, ενώ οι σχεδόν σπασμωδικές κινήσεις – στιλ της κάμερας παραείναι ξεπερασμένες για να εκφράζουν κάτι το πρωτόγονο σε δεύτερο επίπεδο. Αντιθέτως, ο πλήρης ευνουχισμός της φόρμας περισσότερο μοιάζει με ερασιτεχνισμό (στη 18η ταινία του…) παρά με ρεαλισμό. Παράλληλα, η έμφαση στο γκροτέσκο και την πρόκληση σίγουρα ξεφεύγει από τη ζώνη του μελοδραματικού, όμως, από ένα σημείο και μετά αδυνατείς να πάρεις στα σοβαρά τα όσα συμβαίνουν στην οθόνη και στέκεις αμέτοχος μπροστά σε μια μαζοχιστική παρωδία συμβολισμών που ξεκινούν από τη μήτρα και καταλήγουν στα σατανικά, μελλοντικά σχέδια ανοικοδόμησης του λούμπεν σύμπαντος που τόσο ψεύτικα καταγράφει ο Κιμ Κι-Ντακ.

Οι φημολογούμενες (κατά τη γνώμη των φεστιβαλικών ΚΑΠΗ της παγκόσμιας κριτικής…) σκηνές σοκ περιλαμβάνουν ακρωτηριασμούς (που δε βλέπουμε ποτέ πραγματικά), kinky ερωτισμό ή σεξ, αυνανισμούς, εντόσθια ζώων και άλλες δήθεν βασανιστικές και αποτρόπαιες πράξεις (όπως μαστίγωμα με σουτιέν, πόσο πιο χαμηλά, Θεέ μου!), τις συνήθεις in your face γραφικότητες, δηλαδή, που ποτέ δεν ξεπερνούν εικόνες με περισσότερη αγριότητα και ψυχική ανισορροπία τις οποίες έχουμε καταναλώσει στο παρελθόν. Η λογοκρισία μπορεί να παραμείνει στη θέση της. Όσο για το εύρημα του φινάλε, θα τολμούσα να πω ότι είναι κλεμμένο από τα εξωφρενικά μακάβρια (και αστεία) comics της σειράς… «Bunny Suicides»! Τέτοια απομυθοποίηση…

Ειλικρινά, ήλπιζα. Ο Κιμ Κι-Ντακ, όμως, δε δείχνει να θέλει να βάλει μυαλό. Γιατί, άλλωστε; Τα ευρωπαϊκά φεστιβάλ εξακολουθούν να τον τρέφουν. Και, ενίοτε, να του δίνουν και βραβεία. Επάγγελμα είναι κι αυτό.


MORE REVIEWS

Ο ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΤΗΣ

Ισπανία, 1982. Αστυνομικός ντετέκτιβ μετατίθεται οικογενειακώς σε επαρχιακή πόλη της χώρας. Ερευνώντας τις συνθήκες θανάτου του προκατόχου του, ανακαλύπτει περίεργες διασυνδέσεις με κοινότητα φυγόδικων Ναζί αξιωματούχων, οι οποίοι δείχνουν ν’ απολαμβάνουν, πια, την γαλήνη της ζωής.

ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ

Ιταλός βιβλιοπώλης στο Παρίσι μοιράζει τον χρόνο του ανάμεσα στο πάθος για ανάγνωση και την ανάπηρη κόρη του. Απρόβλεπτη ηθοποιός του θεάτρου εισβάλει στη ζωή του, προκαλώντας αισθηματικού και υπαρξιακού τύπου θέματα.

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΜΠΟΤΖΑΝΓΚΛΣ

«Φευγάτος» τύπος γνωρίζει «φευγάτη» τύπισσα. Ερωτεύονται με την πρώτη ματιά, κάνουν οικογένεια, ζουν ανέμελα, σαν σε όνειρο. Όταν, όμως, εκείνη αρχίζει να ξεφεύγει στ’ αλήθεια, το «όνειρο» σταδιακά γκρεμίζεται.

SAS ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ: ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΣΥΝΑΓΕΡΜΟΣ

Επίλεκτη ομάδα άρτια εκπαιδευμένων κακοποιών παίρνει τον έλεγχο ενός υποθαλάσσιου τρένου, απειλώντας να καταστρέψει ολοσχερώς τη Σήραγγα της Μάγχης, σε περίπτωση που η βρετανική Κυβέρνηση δε συμμορφωθεί με τα αιτήματά της σε χρήμα και ασφαλή διαφυγή.

ATLANTIC CITY

Γερασμένος μικροκακοποιός προσπαθεί να προστατεύσει νεαρή γυναίκα που βρίσκεται μπλεγμένη σε ιστορία κλοπής ναρκωτικών την οποία διέπραξε ο πρώην σύζυγός της και τώρα καταδιώκεται από το οργανωμένο έγκλημα, σ’ ένα υπό κατάρρευση και έτοιμο να προσαρμοστεί σε κανόνες «ανάπτυξης» Ατλάντικ Σίτυ.

MR KLEIN

MR KLEIN

Είναι ένας που βαράει κι έρχεται μια που του λέει πως είναι η μάνα του η χαμένη κι εκείνος της αλλάζει τον αδόξαστο. Η Βούρτση καλύτερα θα το’ παιζε. Και η Άντζελα η Δημητρίου, μη σου πω…