ΤΟ ΠΑΓΩΝΙ (2025)
(PFAU - BIN ICH ECHT?)
- ΕΙΔΟΣ: Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μπέρνχαρντ Βένγκερ
- ΚΑΣΤ: Άλμπρεχτ Σουχ, Τζούλια Φραντζ Ρίχτερ, Άντον Νούρι, Σάλκα Βέμπερ
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 102'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: ROSEBUD.21
Ο Ματίας βιοπορίζεται υποδυόμενος χαρακτήρες που οι πελάτες της εταιρείας του τού ζητούν. Είναι εξαιρετικός στους ρόλους που καλείται να παίξει, όμως, εσχάτως δυσκολεύεται να παίξει εκείνον… του εαυτού του.
Την ιδέα του «φίλου επί πληρωμή» την έχουμε παρακολουθήσει δύο (τουλάχιστον) φορές τα τελευταία χρόνια. Πρώτα στις «Άλπεις» (2011) του Γιώργου Λάνθιμου κι έπειτα στην «Οικογενειακή Ευτυχία Α.Ε.» (2019) του Βέρνερ Χέρτσογκ. Τούτο «Το Παγώνι» του πρωτοεμφανιζόμενου Μπέρνχαρντ Βένγκερ κινείται πιο κοντά στο κλίμα του πρώτου, αλλά αν με κάτι μπορεί να παραλληλιστεί καλύτερα είναι με το σινεμά του Ρούμπεν Έστλουντ.
Το φιλμ είναι μία σπουδή πάνω στην επιθυμία του ανθρώπου να γίνει αποδεκτός (έστω με δανεική προσωπικότητα), εξετάζοντας την όλη συνθήκη υπό το πρίσμα της σταδιακής, προσωπικής κατάρρευσης, καθώς τα όρια ανάμεσα στο αληθινό και το ψεύτικο μπερδεύονται. Στην προκειμένη, ο σχετικός ήρωας είναι ο Ματίας, διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας «My Companion», η οποία ειδικεύεται σε «αποστολές» παροχής ανθρώπων συντροφιάς. Είτε ένας μαθητής χρειάζεται (για να εντυπωσιάσει την τάξη) έναν πατέρα… πιλότο, είτε κάποιος έχει ανάγκη από ένα έτερον ήμισυ προκειμένου να μπορέσει να νοικιάσει το σπίτι που έχει βάλει στο μάτι, ο Ματίας είναι πάντα εκεί για να υποδυθεί τους αντίστοιχους ρόλους. Η αποδοχή σε αυτό που έχει επιλέξει να κάνει είναι αναμφισβήτητη, εν τούτοις, οι ρωγμές που δημιουργούνται στη σχέση του με τη Σοφία, εξαιτίας της εμμονικής του ταύτισης με τη δουλειά του, τον φέρνουν στα πρόθυρα του νευρικού κλονισμού. Μπορεί, άραγε, ένας άνθρωπος με χίλιες διαφορετικές ιδιότητες να διατηρεί και τη δική του ταυτότητα;
Αν και ο χαρακτήρας του Ματίας κρύβει ενδιαφέρον ως σύγχρονο σύμβολο της (απόλυτα) επιφανειακής προσέγγισης των πραγμάτων, παρουσιάζεται με τρόπο που περισσότερο υπερθεματίζει τη συνθήκη αυτή παρά την κριτικάρει. Το σενάριο δεν ασχολείται (σε καμία στιγμή) με τους λόγους οι οποίοι τον ώθησαν ν’ ακολουθήσει μια τέτοια επαγγελματική καριέρα «υποκρισίας», αρνούμενος (ουσιαστικά) να είναι ο εαυτός του. Επιχειρώντας να σατιρίσει την υποκρισία του σύγχρονου δυτικού κόσμου, το στόρι εκθέτει τη δίκοπη μαχαιριά που κρύβει το κυνήγι της επιτυχίας, όταν εκείνη δεν προκύπτει από αυτό που πραγματικά νιώθεις ότι είσαι αλλά από αυτό που φαίνεται πως νιώθεις. Ο κυνισμός της όλης επαγγελματικής ιδέας του Ματίας, δυστυχώς, δεν μπαίνει ποτέ σε αντίλογο, μιας και (επί της ουσίας) ο ίδιος αποτελεί τον μοναδικό χαρακτήρα του φιλμ. Οι υπόλοιποι (ο συνέταιρός του, η σύντροφός του, ο ηλικιωμένος κύριος που τον έχει προσλάβει να υποδυθεί τον γιο του σε άκρως σημαντική τελετή) στέκουν ως «δορυφόροι» που (με εξαίρεση τη Σοφία) ενισχύουν τα έργα και τις πράξεις του.
Η προσπάθεια να διερευνηθούν οι προσωπικές επιθυμίες του Ματίας μέσω της γνωριμίας του με νεαρή Νορβηγίδα σε (πιο new age δε γίνεται) μάθημα yoga, ακολουθεί τον ψυχρό δρόμο της λογικής ενός Μίκαελ Χάνεκε, για να κλείσει άρον άρον ως υποπλοκή, υπογραμμίζοντας την υφέρπουσα επεισοδιακή λογική του σεναρίου. Το υπαρξιακό κενό του ήρωα ο οποίος οδηγείται στην κατάρρευση κλιμακώνεται στην τελική σεκάνς, όμως, το στήσιμό της παραπέμπει σε outtake από «Το Τετράγωνο» (2017). Επιχειρεί στο φινάλε του να γίνει άβολο τούτο «Το Παγώνι», όμως, αυτό που κάνει ουσιαστικά είναι να δημιουργεί μια ψευδαίσθηση του άβολου, αφού στην τελική τα πάντα είναι τόσο επιφανειακά.
