ΠΟΛΥ ΚΟΡΙΤΣΙΣΤΙΚΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟ ΠΑΤΤΥ (2026)
- ΕΙΔΟΣ: Αθλητικό Νεανικό Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Γιώργος Γεωργόπουλος
- ΚΑΣΤ: Μορτ Κλωναράκη, Βαγγέλης Μουρίκης, Φιλίππα Κουτούπα, Γιούλα Μπούνταλη, Μελίνα Κοτσέλου, Τάσος Νούσιας, Μαρία Καλλιμάνη, Αντώνης Κοτζιάς, Γιάννης Οικονομίδης
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 113'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: TANWEER
Η Δάφνη αγαπά το judo και θέλει να κυνηγήσει το όνειρο των Ολυμπιακών αγώνων, μα ζει στην Ικαρία, μακριά από κάθε φιλοδοξία. Ο προπονητής της θα της βρει μια άκρη σε αθλητικό όμιλο της πρωτεύουσας, όμως, εκεί δεν θα μάθει (με τον πιο δύσκολο τρόπο) μονάχα τι εστί ανταγωνισμός, αλλά και πόσοι αγώνες χρειάζονται για να επιτευχθεί η ομαλή μετάβαση από την ξεγνοιασιά της εφηβείας στην ενηλικίωση.
Μπορεί ο Γιώργος Γεωργόπουλος να μη χρειάζεται μαθήματα σκηνοθεσίας, όμως, μετά την τρίτη του μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας, σίγουρα έχει ακόμα ανάγκη… σεμιναρίων γραφής σεναρίου και κατανόησης της σημασίας του storytelling σ’ ένα έργο. Σκοντάφτοντας στο τι ακριβώς θέλει να αφηγηθεί και στην πλήρη απουσία χαρακτήρων, το «Πολύ Κοριτσίστικο Όνομα το Πάττυ» μετατρέπεται σε σπαταλημένο κινηματογραφικό χρόνο, που όσο καλή διάθεση και να είχαν οι συντελεστές του, στο κοινό το μόνο που περνά (απέναντι από την οθόνη) για να νιώσει είναι… η κούραση.
Η άβγαλτη (σε όλα της) Δάφνη μετακομίζει από την επαρχιακή (out of season) μιζέρια μιας απομακρυσμένης νήσου σε ένα… επίσης μίζερο περιβάλλον του αττικού τοπίου, σε μια λαϊκή γειτονιά όπου το άθλημα του judo μοιάζει με μοναδική ευκαιρία φυγής για κάποια παιδιά. Ο sensei του ομίλου στον οποίο γίνεται μέλος είναι μια παλιά φίρμα του sport που «εξαφανίστηκε» για κάποιο διάστημα και αγωνίζεται να πάρει ξανά μπρος, σχεδόν από το μηδέν. Η πρόσφατη ιστορία (και το «μυστήριο») μιας αθλήτριας που του χάρισε το χρυσό μετάλλιο δείχνει να έχει αφήσει βαριά τραύματα στον ψυχισμό του. Όταν εκείνη προσεγγίζει την Δάφνη για μεταγραφή στον τωρινό της όμιλο, θα υπάρξει κι ένα σεξουαλικό «πέσιμο» στην ηρωίδα, η οποία ξανοίγεται με θέρμη σε μια τέτοια σχέση, όμως, τα κίνητρα της Ζωής δεν είναι τόσο ξεκάθαρα (ή αγνά…).
Αν εξαιρέσουμε τη χρησιμότητά του στο (προβλέψιμο) καταστασιακό της κορύφωσης της ιστορίας, το «εύρημα» της λεσβιακής σχέσης δεν κολλάει με τίποτα, παρά μονάχα φαντάζει ως μια «φτηνή» δικαιολογία για το φιλμ ώστε να έχει συμμετοχές σε φεστιβαλικά τμήματα… gay and lesbian θεματολογίας. Παραδόξως, δίχως να υποστηρίζει κάτι ουσιαστικό γύρω απ’ αυτό.
Ενίοτε «χαριτωμένο» και «δροσερό», για να βρουν σημεία ταύτισης οι αντίστοιχες ηλικίες νεαρών θεατών, τούτη η «Πάττυ» αποτελείται από μία συρραφή ασυνάρτητων επεισοδίων που αλλάζουν διαρκώς terrain, από το δραματικό στο χιουμοριστικό έως και το ρομαντικό, μέχρι το όλο «μείγμα» να προσεγγίσει το δυναμικό «ξύπνημα» της συνείδησης της κεντρικής ηρωίδας και οι σκηνές να αρχίσουν να παραπέμπουν σε «Rocky» ή «The Karate Kid»… του φτωχού.
Με καρικατούρες χαρακτήρων, όμως, δεν γίνεται δουλειά. Οι «δορυφόροι» των ηρώων που κινούνται γύρω από την Δάφνη δεν αναπτύσσουν υποπλοκές, δεν έχουν προσωπικότητα, δεν μεταδίδουν συναίσθημα. Οι ηθοποιοί μοιάζουν παγιδευμένοι σ’ έναν κόσμο που αδιαφορεί για την ύπαρξή τους, και ο θεατής μένει να τους κοιτά άπραγος, καταναλώνοντας άψυχες εικόνες (η Χριστίνα Μουμούρη πιστώνεται ποιότητα δουλειάς στη διεύθυνση φωτογραφίας, μα η έλλειψη ταυτότητας του έργου την παίρνει από κάτω) μιας «πραγματικότητας» που δεν ξεφεύγει από τα σύνορα της σεναριακής «έμπνευσης». Τα κορίτσια το παλεύουν υποκριτικά, ο Βαγγέλης Μουρίκης αντί να παίζει (πια) θα μπορούσε να εμφανίζεται φορώντας μια μάσκα του… Βαγγέλη Μουρίκη, ενώ η φτώχια της γραφής χαντακώνει τον (ανύπαρκτο) ρόλο της Γιούλας Μπούνταλη (που σίγουρα θα θέλαμε να βλέπουμε περισσότερο στο φιλμ).
Το κύριο θετικό που χαρακτηρίζει την «Πάττυ» είναι το φιλόδοξο «πείραμα» του Γεωργόπουλου, να ξανοιχτεί σε ένα κινηματογραφικό είδος το οποίο σπανίζει στην Ελλάδα. Αυτή, βέβαια, είναι και η βαθύτερη πληγή της ντόπιας παραγωγής: η αδιαφορία προς την ποικιλία των φιλμικών genres. Που για να ευδοκιμήσουν σε τούτο τον «καταραμένο» τόπο απαιτούν όχι απλά μια κάποια σκηνοθετική ικανότητα (η οποία υφίσταται εδώ), αλλά… σενάριο με γερά πόδια. Απ’ αυτό, η «Πάττυ»… ούτε με πατερίτσες!
