FreeCinema

Follow us

ΘΑ ΦΥΓΩ ΜΙΑ ΜΕΡΑ (2025)

(PARTIR UN JOUR)

  • ΕΙΔΟΣ: Αισθηματική Κομεντί
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Αμελί Μπονέν
  • ΚΑΣΤ: Ζιλιέτ Αρμανέ, Μπαστιάν Μπουγιόν, Φρανσουά Ρολέν, Ντομινίκ Μπλαν, Ταουφίκ Ζαλάμπ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 98'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ONE FROM THE HEART

Διάσημη τηλεοπτική chef αναγκάζεται να επιστρέψει στο χωριό της εξαιτίας προβλήματος υγείας του πατέρα της. Η ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη της αλλά και η επανασύνδεση με εφηβικό της flirt, κάνουν τον γυρισμό στα πάτρια εδάφη σημαντικά πιο περίπλοκο απ’ όσο φανταζόταν. Ας τραγουδήσουμε, λοιπόν!

Η βασική ιδέα του «Θα Φύγω μια Μέρα» πρέπει να αναζητηθεί (θαρρώ) στο «Η Ζωή Είναι ένα Τραγούδι» (1997), στην πολυβραβευμένη και άκρως πετυχημένη (στο γαλλικό box-office) ταινία του Αλέν Ρενέ, οι ήρωες της οποίας εξωτερίκευαν τις σκέψεις τους μέσω γνωστών τραγουδιών του ντόπιου πενταγράμμου (ακούγονταν σε σύντομα αποσπάσματα από τους αυθεντικούς ερμηνευτές τους, με τους ηθοποιούς να κάνουν απλά lip sync). Το εύρημα ήταν έξυπνο, πνευματώδες και συχνά αστείο, δίνοντας μια χιουμοριστική όσο και σουρεάλ διάσταση στο φιλμ. Στο σκηνοθετικό της ντεμπούτο, η Αμελί Μπονέν χρησιμοποιεί το ίδιο «trick», με τη διαφορά πως σε τούτη την περίπτωση είναι οι ηθοποιοί της που ερμηνεύουν τα διάφορα τραγούδια (οι ενορχηστρώσεις των οποίων είναι διαφορετικές από τις πρωτότυπες). Το αποτέλεσμα που προκύπτει κρίνεται άψυχο και άστοχο, φλερτάροντας συχνά με την… (κατά λάθος) παρωδία.

Από την πρώτη στιγμή που (εκ νέου) πατά το πόδι της στη γενέτειρά της, η Σεσίλ αντιλαμβάνεται πως σχεδόν τίποτα δεν έχει αλλάξει στον τόπο που μεγάλωσε. Οι γονείς της παλεύουν να κρατήσουν ανοιχτό το φτηνό εστιατόριό τους (που ως αποκλειστική του πελατεία έχει τους οδηγούς φορτηγών οι οποίοι διέρχονται της Εθνικής Οδού…), ο πατέρας της συνεχίζει ν’ ασχολείται καθημερινά με την κουζίνα του μαγαζιού του παρά τα τρία εμφράγματα που έχει πάθει (μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, μάλιστα), οι παλιοί της συμμαθητές παραμένουν το ίδιο ανώριμοι και χαβαλέδες (λες και πηγαίνουν ακόμα στο σχολείο…), όμως, πάνω απ’ όλα η ερωτική φλόγα του Ραφαέλ για εκείνη δεν έχει σβήσει (παρά το γεγονός πως έχουν να ιδωθούν πολλά χρόνια…). Αντιθέτως, η ίδια έχει αλλάξει πολύ. Αναγνωρίσιμη (πλέον) chef, χάρη σε συμμετοχή της σε τηλεοπτικό reality, ετοιμάζεται ν’ ανοίξει με τον σύντροφό της το δικό της restaurant, μέχρι που οι οικογενειακές υποχρεώσεις ανατρέπουν (προς στιγμή;) τα σχέδιά της.

Επιχειρώντας να συνδυάσει το υπαρξιακό δράμα με την κωμωδία καταστάσεων, καθώς και τη μαγειρική με το… karaoke, το εγχείρημα καταλήγει γρήγορα ν’ ακούγεται αφενός σαν ξεκούρδιστο πιάνο, αφετέρου να τρώγεται με δυσκολία. Ανακυκλώνοντας όλα τα κλισέ της επιστροφής στις ταπεινές ρίζες (με πιο τρανταχτό παράδειγμα τη «σύγκρουση» ανάμεσα στην υψηλή γαστρονομία και την καθημερινή κουζίνα), η ταινία πασχίζει να βρει την ταυτότητά της, σερβίροντας γλυκανάλατη νοσταλγία με γαρνιτούρα σφάλματα του παρελθόντος και μετάνοιες. Σαν κερασάκι στην τούρτα αυτών στέκουν, ασφαλώς, τα (πολλά) διάσπαρτα τραγούδια (που ερμηνεύουν όλοι οι ηθοποιοί του καστ) και τα οποία όχι μόνο διαλύουν τον όποιο ρυθμό προσπαθεί να πιάσει το στόρι, αλλά έτσι ξεκούδουνα όπως σκάνε μύτη δημιουργούν απορίες τύπου… «ποιος ήρθε;» (ειδικά το πρώτο τραγουδιστικό συναπάντημα μεταξύ Σεσίλ και Ραφαέλ με άφησε με το στόμα ανοιχτό).

Από την άλλη, οι προβληματισμοί και οι διαπιστώσεις για τον χρόνο ή τις ευκαιρίες που περνούν και χάνονται ίσα που αγγίζουν την ουσία της απώλειας και του επαναπροσδιορισμού, όταν δεν γίνονται (τουλάχιστον) χαρακτηριστικά άβολες. Διότι πως αλλιώς μπορεί να περιγραφεί η σκηνή όπου ο πεισματάρης και άρρωστος πατέρας της Σεσίλ πιάνει να τραγουδήσει το «Mourir sur Scène» της Νταλιντά, καθαρίζοντας… πατάτες στην κουζίνα του εστιατορίου του; Η μαγειρική είναι τέχνη, αλλά όταν ο σαρκασμός σερβίρεται άνοστος, εύκολα καταντά γελοίος.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Απτή απόδειξη πως η μετατροπή μιας μικρού μήκους ταινίας σε μεγάλου δεν αποτελεί πάντα καλή ιδέα. Ως παραδοσιακού μοντέλου κομεντί, θα μπορούσε (ίσως) να σταθεί στοχεύοντας στο πιστό tricolore κοινό του είδους, τα μουσικά ιντερλούδια, εν τούτοις, την κάνουν να δείχνει όχι εκκεντρική, αλλά εκτός τόπου (ειδικά για τους μη Γάλλους). Εντυπωσιακό το γεγονός πως αποτέλεσε το εναρκτήριο φιλμ των περσινών Καννών, λες και η Croisette ζήλεψε το… Φεστιβάλ Μεσογειακών Ταινιών του γειτονικού Μονπελιέ.


MORE REVIEWS

ΠΙΚΡΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ

Τα Χριστούγεννα του 2004, μία σκηνοθέτις που βασανίζεται από κρίσεις πανικού και ημικρανίες καταλήγει να εξαρτάται από τη χρήση ηρεμιστικών χαπιών. Στο 2026, ένας σκηνοθέτης σε κρίση έμπνευσης αποφασίζει να «δανειστεί» στοιχεία από τη ζωή της για να γράψει ένα σενάριο που θα του επιτρέψει να επιστρέψει στο σινεμά μετά από απουσία χρόνων.

TESIS

Φοιτήτρια που πραγματοποιεί διατριβή πάνω στο θέμα της οπτικοποίησης της βίας βρίσκει τυχαία στο Πανεπιστήμιό της ένα snuff video, στο οποίο ένα κορίτσι βασανίζεται μέχρι θανάτου. Όταν ανακαλύψει πως το θύμα επίσης φοιτούσε εκεί, θα παγιδευτεί σ’ έναν επικίνδυνο λαβύρινθο γεγονότων κι απειλών.

SCARY MOVIE

Τα κλασικά horror franchises του «Scream» και της «Νύχτας με τις Μάσκες» μπλέκουν ξανά τα μπούτια τους σε μία βέβηλη «παρτούζα» σινεφιλικών αναφορών που δεν αφήνει κανένα πρόσφατο φιλμ του είδους να βρει την ησυχία του (ή την αξιοπρέπειά του…).

Η ΖΟΪ ΚΑΙ ΤΑ ΖΩΑΚΙΑ ΤΗΣ

Ατίθαση κόρη επιστημόνισσας τα κάνει μαντάρα με πακέτο από Αρκτική, το οποίο εναγωνίως περιμένει η μάνα της για τα πειράματά της, με αποτέλεσμα η ίδια να μεταμορφωθεί (περίπου) σε αγρίμι, τα δε κατοικίδιά της να φέρνουν σε ανθρώπους! Χάχας επιχειρηματίας για το μεγάλο κόλπο παραμονεύει, ο… Δαρβίνος άραγε να κινδυνεύει;

Η ΦΑΡΜΑ ΤΩΝ ΖΩΩΝ

Παρέα ζώων επαναστατεί απέναντι στους ανθρώπους διεκδικώντας ισότητα και ελευθερία, όμως, σύντομα η νέα εξουσία αρχίζει να μεταμορφώνεται σε έναν ακόμη πιο επικίνδυνο μηχανισμό χειραγώγησης και καταπίεσης.