FreeCinema

Follow us

ΑΓΕΛΗ ΠΡΟΒΑΤΩΝ (2022)

  • ΕΙΔΟΣ: Δραματική Περιπέτεια
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Δημήτρης Κανελλόπουλος
  • ΚΑΣΤ: Δημήτρης Λάλος, Άρης Σερβετάλης, Γιάννης Βασιλώττος, Λευτέρης Πολυχρόνης, Δημήτρης Λιόλιος, Δημήτρης Ξανθόπουλος, Κωνσταντίνος Σειραδάκης, Κίμωνας Κουρής, Γιώργος Βαλαής, Βιβή Πέτση, Δήμητρα Κούζα, Αρμάντο Νταούτι, Ντίνος Ποντικόπουλος, Βασίλης Βασιλάκης, Κατερίνα Ρουσιάκη, Μηνάς Μαθέας
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 113'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: CINOBO / DANAOS FILMS

Επαρχιώτες του μεροκάματου, που κάποτε έκαναν το λάθος να δανειστούν χρήματα από έναν ντόπιο τοκογλύφο, αποφασίζουν να συνεταιριστούν για ν’ απαιτήσουν ελάφρυνση χρέους. Εκείνος θα τους απαντήσει με «πληρωμένη εκδίκηση» από την πρωτεύουσα για να τους εκφοβίσει. Και όλα θα πάνε στραβά…

Δεν έρχεται εύκολα στη μνήμη μου άλλη ελληνική ταινία (των τελευταίων ετών) που ξεκινούσε με υποσχέσεις για κάτι πραγματικά καλό, για να καταλήξει σ’ ένα τόσο μεγάλο… ναυάγιο! Το ατύχημα με την «Αγέλη Προβάτων» πιστώνεται σ’ ένα άθλιο σενάριο, που κυριολεκτικά καταποντίζει τις σκηνοθετικές ικανότητες του Δημήτρη Κανελλόπουλου σε τούτο το ντεμπούτο του. Κρίμα, όχι μονάχα για τον ίδιο, αλλά και για μια φιλόδοξη απόπειρα στο είδος του crime δράματος που όποτε επιχειρεί να βγει από το στενό «περιθωριακό» πλαίσιο της φιλμογραφίας του Γιάννη Οικονομίδη ή του Φωκίωνα Μπόγρη και να προσεγγίσει ένα πιο mainstream κοινό, τρώει τα μούτρα της (τα «The Republic» και «Short Fuse» είναι τα πρώτα παραδείγματα που μου έρχονται κατά νου, το «Saison Morte» ευτυχώς δεν έχει απασχολήσει τη διανομή… ακόμη).

Η εναρκτήρια σεκάνς εύκολα συγκρίνεται με… μαντέψτε κάποια ονόματα σκηνοθετών. Διακρίνεται και μια ελαφρότητα σε δόσεις χιούμορ που πάει ν’ αγκαζάρει εξαρχής το δίδυμο των πληρωμένων μπράβων… της συμφοράς. Πρώτο #fail στερεοτύπου. Ο ένας από δαύτους «αστοχεί» εν ώρα εργασίας στην πόλη και φορτώνεται μια πατερίτσα ανά χείρας (εάν καταλάβετε από το τρέξιμο του χαρακτήρα στην αρχή, ποιο ήταν το χτυπημένο του πόδι, μπαίνετε στην κλήρωση για νάρθηκα δώρο!). Ο άλλος είναι το πιο κουτορνίθι, αλλά και ενστικτωδώς γρήγορος όποτε διαισθανθεί «στραβή». Καθώς οι δυο τους οδεύουν προς την ολοκλήρωση της αποστολής τους, ο Κανελλόπουλος μας συστήνει τον κεντρικό μας ήρωα, τον Θανάση, ιδιοκτήτη φυτώριου, παντρεμένο και πατέρα, ο οποίος ξενοπηδά τη σύζυγο άλλου θύματος του τοκογλύφου, του Αποστόλη, βλακωδώς αθώου κι αφελούς ιδιοκτήτη mini market (μαντεύετε το casting εδώ, έτσι;). Σταδιακά, τα θύματα του τοκογλύφου γίνονται τέσσερα, δίχως να υπάρχει φροντίδα χτισίματος χαρακτήρων για τους υπόλοιπους, ενώ το βράδυ σ’ ένα bar τους μετράμε… έξι (γιατί έτσι). Εν τω μεταξύ, το έργο κοντεύει τη μία ώρα. Με πηγαινέλα!

Ο «πατερίτσας» γνωστοποιεί την παρουσία του στο «χωριό» επιχειρώντας να τρομοκρατήσει τον Αποστόλη και τον Θανάση, όχι με θεαματικά αποτελέσματα. Η εξάδα περνά στην αντεπίθεση, τον κρατά όμηρο στο φυτώριο, όμως, αν δεν υπάρξει ολομέλεια, δεν προκύπτει και απόφαση για το τι θα τον κάνουν, τελικά. Και περιμένουν τον Αποστόλη. Όταν (επιτέλους) φτάνει κι εκείνος, ο Θανάσης λέει: «Το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε τώρα είναι να περιμένουμε»! Στη μία ώρα και δεκατέσσερα λεπτά, περίπου. Ειλικρινά, εκείνη τη στιγμή ήθελα να βάλω τα γέλια. Και η υπομονή μου γινόταν παρελθόν…

Δεν παρουσιάζει μονάχα αδυναμία στο σενάριο ο Κανελλόπουλος. Το δεύτερο μέγα #fail στερεοτύπου που διαπράττει εντοπίζεται στη σκηνοθετική καθοδήγηση των ηθοποιών του, που δεν έχουν ακριβώς ρόλους, αλλά… φάτσες οι οποίες (υποτίθεται πως) «γράφουν» χαρακτήρες. Από γουρλωμένα μάτια σαλταρισμένου «θα βρω το δίκιο μου» σκεπτικού, από macho επαρχιωτισμό κι από ανώδυνα λαϊκά αντράκια, φτάνουμε στην αποθεωτική αστειότητα της παρουσίας του Άρη Σερβετάλη, ο οποίος έχει επιλέξει (μάλλον δια της προσωπικής του «επιφοίτησης») να υποδυθεί κάτι σε πιο πολιτισμένη και ομιλητική εκδοχή του «τρελού του χωριού», προκαλώντας όλο και μεγαλύτερο γέλιο με τους μορφασμούς του. Η ιστορία ξεφουσκώνει δίχως ελπίδα σωτηρίας (που πας άνευ υποπλοκών και στοιχειωδών σεναριακών ανατροπών σε τούτο το genre;), με δύο «κορυφώσεις» – φινάλε: α) την καλογυρισμένη, μεν, αλλά απόλυτα αδιέξοδη σεκάνς του δάσους (όπου ήθελα να ξηλώσω το κάθισμα του κινηματογράφου εξαιτίας της ανοησίας των τεκταινόμενων…) και β) την «ξεχασμένη» έκπληξη που γίνεται «φιτιλιά» εκτόνωσης.

Ουσιαστικά, από τούτη την παρωδία ταινίας (που κάπου διάβασα ότι αποτελεί «μείγμα» γουέστερν και φιλμ νουάρ – δεν έχω λόγια, ειλικρινά!) διασώζεται μονάχα ο διευθυντής φωτογραφίας Στέλιος Πίσσας, ο οποίος προσδίδει οπτικές αρετές στο… τίποτα. Είμαι περίεργος να δω την εξέλιξη του Κανελλόπουλου στο ελληνικό σινεμά, διότι η ματιά του δεν είναι σκάρτη. Η πένα του είναι. Εύχομαι να το καταλάβει.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Μια του Οικονομίδη, δυο του Μπόγρη, τρεις και… η γκαντεμιά του «κλέφτη», που πάει να μας πασάρει το δήθεν crime ελληνικό «επίτευγμα» για το φετινό καλοκαίρι. Θα βγείτε από το σινεμά με τη θυμωμένη, μονοκόμματη έκφραση του Δημήτρη Λάλου ή την αποβλακωμένη του Άρη Σερβετάλη.


MORE REVIEWS

Η ΧΑΜΕΝΗ ΚΟΡΗ

Αγγλίδα μόνη, σε διακοπές στις Σπέτσες, παρατηρεί φασαριόζικη οικογένεια λουόμενων και, συνειρμικά, ο νους της «σκαλίζει» διαρκώς τραύματα του δικού της νεανικού παρελθόντος, λάθη μητρότητας κι επιλογές μιας ζωής που… έχασε.

ΟΥΠΣ 2! Ο ΝΩΕ ΞΑΝΑ ΕΦΥΓΕ...

Οι περιπέτειες του Φίνι και της Λία συνεχίζονται, αυτή τη φορά εκτός κιβωτού, όταν μετά από ένα απρόσμενο συμβάν καταλήγουν στον ωκεανό. Τώρα θα πρέπει να βάλουν τα δυνατά τους προκειμένου να επανενωθούν με την οικογένειά τους πριν να είναι αργά!

ΤΑ ΤΡΙΑ ΠΑΤΩΜΑΤΑ

Τρεις οικογένειες, οι οποίες διαμένουν σε τριώροφο κτήριο στα προάστια της Ρώμης, αντιμετωπίζουν σωρεία προβλημάτων στις εσωτερικές σχέσεις τους, που δεν λένε να λυθούν όσα χρόνια κι αν περάσουν.

ΜΑΪΣΑΜΠΕΛ

Χήρα δολοφονημένου Βάσκου πολιτικού λαμβάνει επιστολή από τον φυλακισμένο, πλέον, εκτελεστή του συζύγου της, ο οποίος εκφράζει την επιθυμία να τη συναντήσει. Τα έντεκα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει, άραγε, μπορούν να έχουν γιατρέψει τις πληγές;

ΑΦΗΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΛΑΣ ΒΕΓΚΑΣ

Ο Μπεν φτάνει στο Λας Βέγκας με σκοπό να πεθάνει από την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ. Η Σέρα είναι μια πόρνη που θα σταθεί δίπλα του στην πορεία, τηρώντας μια αμοιβαία συμφωνία: κανείς δεν θα ζητήσει από τον άλλον ν’ αλλάξει κάτι από τα «θέλω» του. Μέχρι τέλους.