ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΗ ΓΑΖΑ (2025)
(ONCE UPON A TIME IN GAZA)
- ΕΙΔΟΣ: Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Άραμπ Νάσερ, Τάρζαν Νάσερ
- ΚΑΣΤ: Ματζντ Εΐντ, Ναντέρ Αμπντ Αλχαΐ, Ραμζί Μακντισί
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 87'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: WEIRD WAVE
Γάζα, 2007. Διεφθαρμένος αστυνομικός πιέζει ιδιοκτήτη μικρού καταστήματος που πουλά falafel (και παράλληλα διακινεί ναρκωτικά παρανόμως) να γίνει ο πληροφοριοδότης του. Εκείνος αρνείται, η άσκηση βίας θα φέρει άσχημα αποτελέσματα και ο ταπεινός υπάλληλος του μαγαζιού θα ορκιστεί εκδίκηση… κινηματογραφική!
Σε ένα ηχητικό του από το 2025, ο Ντόναλντ Τραμπ φαντάζεται τη Γάζα σαν τη «Ριβιέρα της Μέσης Ανατολής». Στην υπό ισραηλινό αποκλεισμό ερειπωμένη πόλη, η νεκρική πομπή ενός μαχητή της Χαμάς ξυπνά τα αίματα. Βομβαρδισμοί και κτήρια που καταρρέουν. Και μια… βιντεοκασέτα από έργο «προσεχώς», για μια ανθρώπινη ιστορία στα κατεχόμενα εδάφη κι έναν ήρωα που προτίμησε την αντίσταση για ν’ απελευθερώσει την πατρίδα του. «Ο Επαναστάτης» υπόσχεται να είναι η πρώτη περιπέτεια δράσης «made in Gaza», αλλά μοιάζει περισσότερο μ’ ένα «αστείο» exploitation που παραπέμπει σε βιντεΐλα της δεκαετίας του ’80.
Δεν έχουν περάσει ούτε πέντε λεπτά στο «Κάποτε στη Γάζα» κι αναρωτιέσαι… πως μπορεί να συνδέονται όλα αυτά μαζί; Αν μη τι άλλο, οι αδελφοί Νάσερ δείχνουν να έχουν χιούμορ και σίγουρα απομακρύνονται από τις τυπικά σπαραξικάρδιες και διδακτικές πολιτικές ταινίες που τριγυρνάνε τις φεστιβαλικές διοργανώσεις εσχάτως, σερβίροντας συναισθηματική φόρτιση καταγγελτικού… μελοδράματος. Εδώ η υπόθεση δεν μιλά για τους αγώνες φυγής ή τις πολεμοχαρείς πράξεις εξόντωσης ενός λαού, αλλά προτείνει τη μυθοπλασία σαν ένα καταφύγιο «παραμύθας» που δεν αφορά τη Γάζα ως μαρτυρικό σύμβολο, αλλά ως τόπο μιας φανταστικής ιστορίας η οποία μετατοπίζει το βλέμμα και το κέντρο βάρους του ενδιαφέροντος του θεατή. Εκείνου που νοιάζεται περισσότερο για το σινεμά και όχι για το μήνυμα.
Με crime υπόβαθρο, η ιστορία της κόντρας του Οσάμα, ιδιοκτήτη μικρού καταστήματος που πουλά falafel, και του Αμπού Σάμι, διεφθαρμένου αστυνομικού που συμμετέχει στην παράνομη διακίνηση ναρκωτικών, δεν έχει αίσιο τέλος. Ο Γιαχία, καλοκάγαθος υπάλληλος του πρώτου, θα γίνει άθελά του αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονίας του αφεντικού του, ενός ανθρώπου τον οποίο αγαπούσε με παραπάνω από έναν τρόπους (το φιλμ δεν αφήνει προφανή υπονοούμενα, αλλά επιτρέπει στη σκέψη να κάνει ουκ ολίγα σενάρια). Η θλίψη του πένθους θα τον συντροφεύει για καιρό. Ώσπου να βρει μια μέθοδο λύτρωσης… Δύο χρόνια αργότερα, ένας Παλαιστίνιος σκηνοθέτης προσεγγίζει τον Γιαχία και, λόγω ομοιότητας με τον μαχητή μιας κάποιας νεκρικής πομπής που προηγήθηκε φιλμικά, του προτείνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο σε προπαγανδιστική ταινία δράσης η οποία χρηματοδοτείται από το Υπουργείο Πολιτισμού της Γάζας!
Υπάρχει μία σχεδόν ειρωνική τρυφερότητα στον τρόπο που το «Κάποτε στη Γάζα» αφήνει το απρόβλεπτο να μπει στο κάδρο, δίχως ν’ αποζητά τη συγκίνηση ή τη συγκατάθεσή μας σε σχέση με τα δρώμενα. Αντί μιας εικονογραφίας πόνου, οι αδελφοί Νάσερ επιλέγουν τον δρόμο της… «once upon a time» αφήγησης, συναντώντας την πολιτική μ’ έναν «πλάγιο» τρόπο, παράδοξα απομυθοποιητικό και ευρηματικό. Καμία «ντουντούκα» δεν αντηχεί εκβιαστικά στην οθόνη για να μας μάθει τι συνέβη, συμβαίνει και (ενδεχομένως) θα συνεχίσει να υφίσταται στη Γάζα. Το πλαίσιο δράσης είναι πιο ασήμαντο από το γεωγραφικά και κοινωνικά ρεαλιστικό, όμως, κινείται στον τόπο όπου ανήκει ουσιαστικά: στην κινηματογραφική μυθοπλασία. Η ταινία των Νάσερ, ενίοτε φλερτάροντας με τα πιο πετυχημένα, μικρά ανέκδοτα του Κουέντιν Ταραντίνο, χτυπά σαν boomerang τον παραλογισμό του αληθινού και ολοκληρώνει σαν ένα άβολο αστείο, εντελώς έξαφνα. Το «punchline» της είναι θανατερά πικρό, ειδικά όταν ένα «Θα τελειώσει» εμφανίζεται πριν τους τίτλους τέλους της.
