ΟΜΑΧΑ (2026)
(OMAHA)
- ΕΙΔΟΣ: Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Κόουλ Γουέμπλεϊ
- ΚΑΣΤ: Τζον Μάγκαρο, Μόλι Μπελ Ράιτ, Γουάϊατ Σόλις, Τάλια Μπάλσαμ, Κριστίνα Κούπερ
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 83'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: AMA FILMS
Χήρος πατέρας με δυο μικρά παιδιά ξεκινούν οδικό ταξίδι στην αμερικανική ενδοχώρα, με τελική κατεύθυνση το άγνωστο… της ελπίδας (;).
Πραγματοποιώντας την πρεμιέρα του στο περσινό Sundance, το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Αμερικανού Κόουλ Γουέμπλεϊ μοιάζει να έχει φτιαχτεί με όλα εκείνα τα υλικά που θα ικανοποιούσαν τους θαμώνες του εν λόγω Φεστιβάλ. Ένας ταλαιπωρημένος πατέρας, δύο αθώα μικρά παιδάκια, ένας αγαπησιάρης σκύλος κι ένα σαράβαλο αυτοκίνητο διανύουν ατελείωτα χιλιόμετρα στην αμερικανική ενδοχώρα. Όταν (κάποτε…) φτάνουν στο τέλος της διαδρομής, το ταξίδι τους αίφνης αποκτά συγκεκριμένο σκοπό και στόχο. Μέχρι να καταλήξουν εκεί, όμως, η λέξη «αφήγηση» που θα έδινε ένα κάποιο νόημα στις περιπλανήσεις τους στους αχανείς αυτοκινητόδρομους, παραμένει άγνωστος τόπος για το «Όμαχα».
Ένας πατέρας σηκώνει άρον άρον την κόρη και το γιο του από τα κρεβάτια τους, καθώς πρέπει να φύγουν άμεσα. Αφήνοντας πίσω τους ένα σπίτι γεμάτο ειδοποιητήρια κατάσχεσης, επιβιβάζονται στο αυτοκίνητό τους δίχως να είναι σαφές το που ακριβώς πηγαίνουν, αν και κατά τη διάρκεια του ταξιδιού ξεπροβάλλει ως τελικός προορισμός, η Όμαχα της Νεμπράσκα. Ο στόχος της φυγής, εν τούτοις, παραμένει κάτι σαν επτασφράγιστο μυστικό, ντύνοντας με μια αύρα μυστηρίου (που σε κάποιες στιγμές φλερτάρει και με το δήθεν θριλερικό!) την όλη «περιπέτεια». Μια πιθανή επανασύνδεση με τη μητέρα τους βγαίνει γρήγορα εκτός κάδρου, καθώς πληροφορούμαστε πως η μαμά έχει πεθάνει πριν λίγο καιρό. Η προοπτική κάποιας επαγγελματικής ευκαιρίας για τον πατέρα δύσκολα πείθει ως πιθανή εξέλιξη, μιας και σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα υπήρχε λόγος να μην αποκαλύψει τα καλά νέα στα παιδιά του. Άραγε, τι να περιμένει τη δύστυχη οικογένεια στη μακρινή Όμαχα;
Η επιλογή του πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη και του σεναριογράφου του να παίξουν το χαρτί του «μυστηρίου» σε ένα καθαρόαιμο κοινωνικό δράμα, αντί για σασπένς ή νοιάξιμο για την τύχη των ηρώων, προκαλεί αδιαφορία. Εν μέσω μιας αλληλουχίας σεκάνς που μοιάζουν να έχουν ξεπηδήσει από photo album ταξιδιωτικών περιπλανήσεων στις μεσοδυτικές Πολιτείες της Αμερικής, περιλαμβάνοντας ηλιοβασιλέματα σε ερημικά βενζινάδικα, παιδικά παιχνίδια στη μέση του πουθενά, διανυκτερεύσεις σε φτηνά επαρχιακά motel και πρόχειρα γεύματα σε fast food, το «Όμαχα» διολισθαίνει προς μία «νταρντενική» απεικόνιση της δυστυχίας, η οποία έχει καμουφλαριστεί από τη χαρμολύπη ενός οικογενειακού οδικού ταξιδιού αλά Americana.
Η σύνδεση της στεγαστικής κρίσης και της ανέχειας της μέσης αμερικανικής οικογένειας με συγκεκριμένο act της Πολιτείας της Νεμπράσκα φέρνει την πλοκή (στο φινάλε της) ν’ αντικρύζει κατάματα μια σκληρή πραγματικότητα από την οποία είναι δύσκολο να στρέψεις μακριά το βλέμμα σου. Το πρόβλημα είναι πως το εν είδει κάθαρσης συναισθηματικό χτύπημα της τελικής πράξης έρχεται με πολύ μεγάλη καθυστέρηση, δημιουργώντας τη βεβαιότητα πως αφενός η (πλέον) της μίας ώρας διάρκεια που προηγήθηκε ξεχείλωσε αδικαιολόγητα, αφετέρου ότι το στόρι θα έπρεπε να ξεκινά από εκεί που… τελειώνει! Οι κάρτες που πέφτουν προς των τίτλων τέλους (μάλλον) έρχονται να επιβεβαιώσουν το συγκεκριμένο σκεπτικό.
