ΓΑΛΑΖΙΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ (2025)
(O ÚLTIMO AZUL)
- ΕΙΔΟΣ: Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Γκαμπριέλ Μασκάρο
- ΚΑΣΤ: Ντενίζ Βάινμπεργκ, Ροντρίγκο Σαντόρο, Μίριαμ Σοκάρας, Αντανίλο, Ρόζα Μαλαγκουέτα
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 85'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: WEIRD WAVE
Αψηφώντας τις κυβερνητικές επιταγές, σύμφωνα με τις οποίες κάθε πολίτης άνω των εβδομήντα πέντε ετών υποχρεούται να τοποθετηθεί σε οίκο ευγηρίας, ηλικιωμένη γυναίκα ξεκινά ταξίδι ελευθερίας κι αναζήτησης στον Αμαζόνιο.
Ο δυστοπικός κόσμος που έχει εμπνευστεί ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος του «Γαλάζιου Μονοπατιού», Γκαμπριέλ Μασκάρο, δεν έχει τίποτα το μελλοντολογικό. Το μοντέλο φαντασίας το οποίο προτάσσεται στην ταινία του δεν είναι παρά μια παραλλαγή του παρόντος, ως βασικό χαρακτηριστικό του οποίου στέκει ένα είδος δικτατορίας ηλικιακού ρατσισμού. Υπό αυτό το πρίσμα, το βραζιλιάνικο τούτο φιλμ έχει κάποια κοινά σημεία αναφοράς με το ιαπωνικό «Πλάνο 75» (2022), τόσο ως προς την αντιμετώπιση των ηλικιωμένων (ως εν γένει κοινωνικό «πρόβλημα» που χρήζει δραστικής λύσης), όσο και ως προς το αδιόρατο μελλοντικό πλαίσιο δράσης.
Θέλοντας να απελευθερώσει τους νέους από τις υποχρεώσεις σε γονείς και παππούδες, ώστε να μπορούν απρόσκοπτα να επικεντρωθούν στην αύξηση της παραγωγικότητάς τους, η βραζιλιάνικη Κυβέρνηση έχει δημιουργήσει μια υποχρεωτική αποικία για τους ηλικιωμένους που πιάνουν το όριο των εβδομήντα πέντε ετών. Όσοι φτάνουν σε αυτό το ηλικιακό ορόσημο… παρασημοφορούνται και στέλνονται υποχρεωτικά στην «αποικία», όντας αναγκασμένοι να ξεκουραστούν. Η απόφαση της 77χρονης Τερέζα να μην δεχθεί την «προσφορά» του συστήματος, την οδηγεί σ’ ένα ταξίδι απόδρασης μέσα από τα ποτάμια και τους δρόμους του Αμαζονίου, έχοντας ως απώτερο στόχο την πραγματοποίηση του ονείρου της, να πετάξει με αεροπλάνο. Κατά την περιπλάνησή της συναναστρέφεται (μεταξύ άλλων) με ελαφρώς φευγάτο βαρκάρη που δεν έχει (πια) τίποτα να χάσει, αλλά και με συνειδητοποιημένη πωλήτρια ψηφιακών Βίβλων (!), που αντιλαμβανόμενη την κατάστασή της στέκει στο πλευρό της.
Δίνοντας στην «αποικία» μια τρομακτική διάσταση, την οποία ουδέποτε αιτιολογεί, μιας και σε κανένα σημείο της πλοκής δεν ασχολείται επακριβώς με το τι μέρος του λόγου είναι, ο Βραζιλιάνος auteur πασχίζει να δώσει ένα λανθάνον «θριλερικό» ύφος στην ιστορία του. Η προσπάθειά του μόνο ως σχηματική μπορεί να χαρακτηριστεί, ταιριάζοντας με την παρομοίως απλοϊκή στηλίτευση της διάβρωσης της κοινωνικής αλληλεγγύης, όπως και της ολοένα αυξανόμενης επιδίωξης οικονομικού κέρδους (σε όλα τα επίπεδα της καθημερινότητας). Η επιθυμία της Τερέζα να ζήσει το όνειρό της θα μπορούσε να λειτουργήσει ως σεναριακή αφορμή ακόμη και δίχως την απειλή του εγκλεισμού σε μια κάποια μακρινή κοινότητα, τονίζοντας το πάθος για ζωή με τον ίδιο ακριβώς τρόπο (και δίχως τη δαμόκλειο σπάθη των κρατικών περιορισμών). Η μπλε βλέννα του σαλιγκαριού που φέρνει παραισθήσεις και οράματα, η τζογαδόρικη μάχη των χρυσόψαρων και τα κάπως ασυνήθιστα σκηνικά, σχηματίζουν έναν σουρεαλιστικό ιστό «μαγικού ρεαλισμού», αναδεικνύοντας την ανθεκτικότητα της γηραιάς Τερέζα. Αν ο σκοπός είναι να κερδίσει τον έπαινό μας για τη ζωντάνια και την αποφασιστικότητα που επιδεικνύει, τότε το πετυχαίνει. Στα «δυστοπικά» υπόλοιπα, το «Γαλάζιο Μονοπάτι» της σχεδόν δεν αφήνει ίχνος.
