Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΠΡΑΚΤΟΡΑΣ (2025)
(O AGENTE SECRETO)
- ΕΙΔΟΣ: Δραματικό Πολιτικό Θρίλερ
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Κλέμπερ Μεντόνσα Φίλιου
- ΚΑΣΤ: Βάγκνερ Μούρα, Τάνια Μαρία, Λάουρα Λουφέσι, Κάρλος Φρανσίσκο, Γκαμπριέλ Λεόνε, Ρόνεϊ Βιγέλα, Ρομπέριο Ντιόγκενες, Χερμίλα Γουέδες, Λουτσιάνο Τσιρόλι, Γκρεγκόριο Γκρατσιόζι, Αλίς Καρβάλιου, Ούντο Κίερ
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 161'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: ΣΠΕΝΤΖΟΣ
Στη Βραζιλία του 1977, ο Αρμάντο φτάνει με πλαστή ταυτότητα στην πόλη όπου ζει κρυμμένος ο μικρός του γιος και αναζητά τρόπο διαφυγής από τη χώρα, όντας καταζητούμενος και με συμβόλαιο θανάτου από τη στρατιωτική δικτατορία.
Σε τούτο το φιλμ δεν υπάρχει «Μυστικός Πράκτορας»! Τον ρόλο του τον κρατά… ο θεατής. Και η Ιστορία. Που ερευνούν κι αναζητούν τη σημασία (και την ασημαντότητα) της ανθρώπινης ύπαρξης υπό το πρίσμα της πολιτικής ως (θανάσιμο) τραύμα, αλλά και της μνήμης ως απόλυτου «εξολοθρευτή» του αποτυπώματος του χρόνου.
Ο Κλέμπερ Μεντόνσα Φίλιου σκηνοθετεί ένα φιλμ που αναβιώνει μια ιστορική περίοδο με τρόπο τόσο ακριβή κι αβίαστο, που λες και γύρισε πίσω στα ‘70s για να κοντράρει το ρεαλιστικό με το μυθοπλαστικό. Με απλότητα αξιέπαινη κι έναν αέρα βιωμένου (ο δημιουργός του «Μυστικού Πράκτορα» γεννήθηκε το 1968, στην πόλη όπου διαδραματίζεται η ταινία) που φέρνει στον νου το «Ρόμα» (2018) του Αλφόνσο Κουαρόν, το καταστασιακό αφήνει αιχμές και διακριτικά στοιχεία γύρω από την περίοδο της βραζιλιάνικης δικτατορίας, αφήνοντάς σε να βάλεις στη θέση τους τα κομμάτια ενός puzzle όχι τόσο δύσκολου σε σύνθεση, αλλά σχεδόν αινιγματικού για το μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης.
Όσο διαρκεί αυτή η συνθήκη, κάπου απορείς για το ανοικονόμητο πολλών σεκάνς ή (και) για το που θέλει να κατατάξει την ταινία του ο Βραζιλιάνος σκηνοθέτης, προτού αρχίσουν τα επεξηγηματικά flashback και ο θεατής βρεθεί σε θέση να ξεδιαλύνει τους συσχετισμούς των (πολλών) προσώπων του έργου, έτσι ώστε να πάρει μπρος η θριλερική πλοκή και το σασπένς που αφορά στο πληρωμένο συμβόλαιο θανάτου το οποίο κρέμεται πάνω από το κεφάλι του κεντρικού ήρωα.
Χωρίς να είναι φιγουρατζής στον τρόπο που φιλμάρει την όλη ανασύσταση εποχής ή να παίζει χειριστικά με το μοντάζ, ο Φιλίου προσθέτει (και) τις κινηματογραφικές αναμνήσεις του από τα χρόνια εκείνα, ως παιδί που δεν μπορούσε να μπει στα ακατάλληλα και να δει τα «Σαγόνια του Καρχαρία» (μεγάλος καημός!) και μ’ έναν παράδοξο τρόπο ενθέτει παράλληλα μία «αλληγορική» (κυρίως όταν συνδέεται με τη φανταστική αφήγηση μιας επίθεσης σε δημόσιο πάρκο όπου τις νύχτες γίνονται σεξουαλικά όργια) υποπλοκή με το πόδι ενός άνδρα που μια ομάδα ωκεανολόγων βγάζει από τα σωθικά ενός αληθινού καρχαρία! Ένα από τα λιγότερο πετυχημένα μέρη της ταινίας, το οποίο δεν λειτουργεί ουσιαστικά (πόσω μάλλον χιουμοριστικά).
Κάπως έτσι αντιμετώπισα και την απότομη σύνδεση με το μέλλον και τις δύο φοιτήτριες που απομαγνητοφωνούν κασέτες από τα φιλμικά δρώμενα του παρελθόντος, αναζητώντας τη λύση του «μυστηρίου» της πλοκής και τις ταυτότητες των ανθρώπων οι οποίοι έζησαν αυτά που εμείς παρακολουθούμε στη μεγάλη οθόνη. Κατάλαβα που το πήγαινε νοηματικά ο Φιλίου, όμως, η κατάληξη του «Μυστικού Πράκτορα» αποδραματοποιεί τα όσα προηγήθηκαν (για τόσες ώρες!) και βάζει τρικλοποδιά στον ίδιο του τον εαυτό, στερώντας από το τελικό αποτέλεσμα έναν πιθανό χαρακτηρισμό κινηματογραφικού αριστουργήματος που (μάλλον αργά και) βεβιασμένα επιχείρησε να παριστάνει κάτι το πιο «πολύπλοκο» και έξυπνο από αυτό που ήδη είχε κερδίσει με… την απλότητά του.
Τελικά, η απαξίωση του θνητού βίου από ένα καθεστώς εγκληματιών κάνει το ίδιο πράγμα με το πως «σκοτώνουμε» το παρελθόν μέσω της μνήμης (επιλεκτικά ή μη) και της διάθεσής μας να πατάμε ένα κάποιο «delete» στα περασμένα μιας ζωής; Εκεί που διαπραγματευόμουν με ενδιαφέρον αυτό το σκεπτικό, η ταινία έριξε τίτλους τέλους. Λίγο άδοξα.
