FreeCinema

Follow us

ΤΟ ΒΑΜΜΕΝΟ ΠΟΥΛΙ (2019)

(NABARVENÉ PTÁČE)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Βάτσλαβ Μαρχούλ
  • ΚΑΣΤ: Πετρ Κοτλάρ, Χάρβεϊ Καϊτέλ, Ούντο Κίερ, Στέλαν Σκάρσγκαρντ, Μπάρι Πέπερ, Τζούλιαν Σαντς, Νίνα Σούνεβιτς, Γιούλια Βιντρνάκοβα, Αλεξέι Κραβτσένκο
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 169'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: WEIRD WAVE

Εγκαταλελειμμένο μικρό αγόρι εβραϊκής καταγωγής περιπλανιέται στην Ανατολική Ευρώπη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, μαθαίνοντας από πρώτο χέρι το μίσος, την αγριότητα και την παράνοια. Υπάρχει ελπίδα, άραγε;

Ο πόλεμος καταστρέφει τους ανθρώπους σε όλους τους τομείς της ύπαρξής τους. Το βλέπουμε σταθερά να συμβαίνει ολόγυρά μας, κατά τέτοιον τρόπο που η εκπορευόμενη από τα δεινά του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου επιβεβαίωση, πλέον, μάλλον περιττεύει. Η βία, ο πόνος, η ταπείνωση και η δυστυχία της εποχής εκείνης, δυστυχώς, επαναλαμβάνονται κάθε τόσο και μάλιστα ζωντανά, μπροστά στα μάτια μας. Οι πόλεμοι δεν έχουν σταματήσει – και ούτε πρόκειται.

Το αντισημιτικό μένος, οι ναζιστικές θηριωδίες και η κατάντια της ανθρώπινης ύπαρξης κατά την περίοδο 1939 – 1945 έχουν απασχολήσει αμέτρητες φορές τον παγκόσμιο κινηματογράφο. Υπάρχει, άραγε, κάποιος τομέας των βαρβαροτήτων εκείνων που δεν έχει ενδελεχώς εξεταστεί; Τι το διαφορετικό μπορεί να κρύβει για το είδος του πολεμικού δράματος μια νέα ταινία, η οποία καταπιάνεται με ένα τόσο πολυφορεμένο θέμα; Η απάντηση είναι απλή και εκ του αποτελέσματος… εξοργιστική. Ό,τι έφερνε για το είδος του θρησκευτικού δράματος το φιλμ του Μελ Γκίμπσον «Τα Πάθη του Χριστού» (2006). Ρεαλιστικός σαδισμός, δηλαδή, εις το όνομα της Τέχνης. Χωρίς κουβάδες αίματος εδώ, ευτυχώς. Ίσως γιατί στο ασπρόμαυρο φιλμ το σκούρο του κόκκινου χρώματος δεν θα έγραφε «όμορφα». Ή ίσως επειδή οι χρωματικοί συμβολισμοί εξαντλήθηκαν με τη «Λίστα του Σίντλερ» (1993).

Βασισμένο στο αμφιλεγόμενο, όσον αφορά τη γνησιότητα έμπνευσης και… συγγραφής (εκδόσεως του 1965), φερώνυμο μυθιστόρημα του Πολωνού συγγραφέα Γιέρζι Κοζίνσκι, το «Βαμμένο Πουλί» παρακολουθεί τις προσπάθειες ενός ανώνυμου αγοριού να επιβιώσει στη βασανισμένη από τον πόλεμο Ευρώπη, διατηρώντας την κρυφή ελπίδα πως κάποτε θα ξανασυναντήσει την οικογένειά του. Οι περιπέτειές του καλύπτουν ολόκληρη την περίοδο της πολεμικής σύγκρουσης, με το φιλμ να είναι χωρισμένο σε κεφάλαια, τα οποία κάθε φορά φέρουν ως τίτλο το όνομα του νέου του «προστάτη». Ο καθένας εξ αυτών υπόσχεται φροντίδα και παρηγοριά στο άτυχο πιτσιρίκι, περισσότερο όμως με βάναυσο αφέντη μοιάζουν όλοι τους, καθώς προσπαθούν να βγάλουν πάνω στο άτυχο παιδί τις καταπιεσμένες ορμές τους.

Η αρχή δίδεται σε αδιευκρίνιστης χώρας αγροτική τοποθεσία (φανερά, όμως, κάπου στην Ανατολική Ευρώπη), όπου το αγόρι δείχνει να βρίσκεται σε ελαφρώς πιο πλεονεκτική θέση από άλλα συνομήλικά του παιδιά (τα οποία φροντίζουν να το βασανίζουν, δίνοντας άτυπο έναυσμα για όσα θα ακολουθήσουν επί… τρίωρο!), καθώς εκείνο τουλάχιστον έχει τροφή και στέγη χάρη σε ηλικιωμένη γυναίκα την οποία αποκαλεί θεία. Όταν αυτή πεθαίνει ξαφνικά, με το σπίτι της να παραδίδεται εν συνεχεία στις φλόγες, ο μικρός απομένει εντελώς μόνος του, ξεκινώντας θέλοντας και μη μια Οδύσσεια σε άγνωστους γι’ αυτόν τόπους, όπου το μόνο πράγμα που τον περιμένει είναι η κακουχία (με κάποια ελάχιστα, σχετικά ανθρώπινα διαλείμματα). Αλλάζοντας συνεχώς ανάδοχα χέρια κατά την πάροδο των ετών και της περιπλάνησής του, μεταξύ άλλων γίνεται βοηθός τσιγγάνας μάγισσας σε δεισιδαιμονικές θεραπευτικές τελετές, τίθεται υπό την προστασία ευγενικού γηραιού εκπαιδευτή πτηνών (σε ένα επεισόδιο που προσφέρει με πανεύκολο τρόπο την αλληγορία του τίτλου της ταινίας), βοηθιέται από πονόψυχο Γερμανό στρατιώτη, βιώνει την απόλυτη φρίκη στα χέρια υποτιθέμενου πιστού χριστιανού έχοντας παραδοθεί σε αυτόν από αφελή ιερέα, μπλέκει με τον Κόκκινο Στρατό και γίνεται μάρτυρας βάναυσων μεθόδων τιμωρίας ενός ζηλιάρη συζύγου.

Το ξεκίνημα, συνεπικουρούμενο από τα εξαιρετικά ασπρόμαυρα CinemaScope κάδρα, αλλά και την εκφρασμένη αθώα νοσταλγία από πλευράς του παιδιού για τους γονείς του (μία από τις ελάχιστες φράσεις που αυτό ψελλίζει κατά τη διάρκεια της ταινίας), με έβαλε σε μια στάση (έως και) ελπιδοφόρας αναμονής για το πώς θα εξελιχθεί το πράγμα. Όταν, πια, είχε συμπληρωθεί το ένα τρίτο του φιλμ (η… πρώτη ώρα, δηλαδή), είχα για τα καλά αντιληφθεί ότι το μόνο που ενδιαφέρει τον σκηνοθέτη Βάτσλαβ Μαρχούλ είναι η όσο το δυνατόν πιο προκλητικά έντονη απεικόνιση ενός σαδιστικού πολύχρονου μαρτυρίου, με το μικρό αγόρι να αλλάζει διαρκώς «πίστες» βασανισμού, περνώντας μονότονα από τη μία Σκύλλα σε κάποια άλλη Χάρυβδη και τούμπαλιν. Η πιο σκοτεινή ίσως στιγμή της σύγχρονης ιστορίας της ανθρωπότητας χρησιμοποιείται εδώ σαν ένα πεδίο δοκιμών των πιο αποτρόπαιων ενστίκτων (σεξουαλική κακοποίηση, βασανιστήρια, ξυλοδαρμοί, λιντσαρίσματα κι ένα σωρό άλλα, μιας κι απ’ όλα μοιάζει να έχει ο μπαξές), με την αφαίρεση ματιού δια της χρήσεως κουταλιού να τερματίζει το θέμα «άσκοπο σοκ», εκλιπαρώντας σχεδόν τον θεατή να νιώσει οίκτο για τα όσα βλέπει να διαδραματίζονται επί της οθόνης.

Η τρομακτική εμπειρία του πολέμου, την οποία ο Μαρχούλ προσπαθεί να πλασάρει μέσω της ολοφάνερης απαισιοδοξίας του για το πού γενικά βαδίζει τούτος ο κόσμος, είναι μεν κάτι βάσιμο, σκοντάφτει όμως (πέραν όλων των άλλων) στην ανικανότητά του να αφηγηθεί μία ιστορία που θα μπορέσει να δημιουργήσει ταύτιση με τον κεντρικό του ήρωα. Ουδέποτε έπιασα τον εαυτό μου να συμπάσχει ή να αγωνιά για το μέλλον του αγοριού, αφού η διαρκής επανάληψη του ίδιου μοτίβου (η μόνη διαφορά είναι ο τίτλος του εκάστοτε κεφαλαίου και το διαφορετικό είδος τελετουργικής βίας που αυτό περιέχει) καταλήγει να ασφυκτιά εντός μιας επιτηδευμένης μισανθρωπίας, που στο τέλος καταντά γελοία (η εμφάνιση νυμφομανούς νεαρής, η οποία εκμεταλλεύεται σεξουαλικά το άτυχο παιδί, μου προκάλεσε νευρικό γέλιο, κάτι που θεωρώ πως δεν αποτελούσε στόχο του συγκεκριμένου επεισοδίου). Το φινάλε, που συνδέει τον παιδικό Γολγοθά με το Ολοκαύτωμα (το οποίο καθ’ όλη τη διάρκεια του φιλμ πλανάται στον αέρα, χωρίς όμως σεναριακά να αφορά άμεσα), κρύβει έναν ενδοσκοπικό τόνο, προσπαθώντας ταυτόχρονα να δώσει ένα λυτρωτικό νόημα στα προηγηθέντα, και μοιραία έρχεται με χαρακτηριστική καθυστέρηση. Ήταν ανάλγητος ο κόσμος κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, διατηρώντας παράλληλα, είτε φανερά είτε στα κρυφά, ένα αδυσώπητο μίσος κατά των Εβραίων. Εκατόν εξήντα εννέα λεπτά αργότερα προσπαθούσα να καταλάβω για ποιον ακριβώς λόγο χρειαζόταν να παρακολουθήσω ένα τέτοιας διάρκειας μαρτύριο αποτρόπαιων πράξεων, προκειμένου να καταλήξω στο από πριν γνωστό τοις πάσι συμπέρασμα, έστω μέσω μιας αθώας παιδικής ματιάς.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Από τις ταινίες που είναι φτιαγμένες με σκοπό να διχάσουν. Όχι το τυπικό φιλμ περί Εβραίων και Ολοκαυτώματος, αλλά περισσότερο μία ιστορία βάρβαρης ενηλικίωσης εν καιρώ πολέμου. Εξαντλητικής διάρκειας art-house για ένα θέμα που από νωρίς μοιάζει τελειωμένο, παραδίδοντας ως εκ τούτου τα ηνία της αφήγησης στην κενή περιεχομένου «συγκλονιστική βία». Οι σύντομες εμφανίσεις γνωστών ηθοποιών στο καστ λειτουργούν και ως δόλωμα, αφού οι αναγνωρίσιμες φάτσες δεν είναι αυτό που μένει από «Το Βαμμένο Πουλί». Εκείνο που στο τέλος κερδίζει είναι ο δήθεν εντυπωσιασμός ενός εκβιαστικά επιδιωκόμενου σοκ. Τρίωρης διάρκειας, μάλιστα…


MORE REVIEWS

INCEPTION

Ένας «ονειρο-κλέφτης», που αντλεί πληροφορίες από τα θύματά του ενώ κοιμούνται και κατόπιν τις πουλά στους πελάτες του έναντι αδράς αμοιβής, δέχεται την πρόκληση να αντιστρέψει τη συνήθη διαδικασία και να «φυτεύσει» μία ιδέα στο υποσυνείδητο ενός πολυεκατομμυριούχου CEO.

ΤΟ ΤΡΕΝΟ ΘΑ ΣΦΥΡΙΞΕΙ ΤΡΕΙΣ ΦΟΡΕΣ

Ένας σερίφης θα βρεθεί αντιμέτωπος με μια παλιά του Νέμεση, όταν ένας κακοποιός θελήσει να τον εκδικηθεί για όλα τα χρόνια που πέρασε στη φυλακή εξαιτίας του.

ΟΙ ΕΥΧΟΥΛΗΔΕΣ 2: ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΠΕΡΙΟΔΕΙΑ

Η μόνιμα αισιόδοξη πριγκίπισσα Πόπι, ο ορθολογιστής Μπραντς και οι υπόλοιποι Ευχούληδες επιστρέφουν για ακόμη μία περιπέτεια που θα καθορίσει την ύπαρξή τους. Αυτή τη φορά, ο κίνδυνος έρχεται από μια άλλη φυλή... Ευχούληδων!

ΓΑΤΑ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ

Σε εργατική πολυκατοικία του νότιου Λονδίνου, αρχιτεκτόνισσα εκ Βουλγαρίας με μικρό παιδί και άνεργο αδελφό, η οποία έτσι κι αλλιώς τα φέρνει δύσκολα βόλτα, έχει ν’ αντιμετωπίσει μία αναγκαστική όσο και πανάκριβη κτηριακή ανακαίνιση, αλλά κυρίως την οργή των γειτόνων της για έναν γάτο που χάθηκε.

Η ΠΑΡΘΕΝΟΣ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Στον παραδοσιακά «πύρινο» ισπανικό Αύγουστο, η σχεδόν 33χρονη Εύα αποφασίζει να μείνει στο σπίτι ενός γνωστού της στη Μαδρίτη, ο οποίος της το αφήνει για όλο το διάστημα αυτού του καλοκαιρινού μήνα. Μέσα σε τούτη την ιδιότυπη περίοδο τριάντα ημερών, θα πετύχει παλιούς φίλους, σχέσεις που είχε αφήσει στη λήθη του παρελθόντος, αλλά και νέα πρόσωπα.