MICHAEL (2026)
- ΕΙΔΟΣ: Δραματική Μουσική Βιογραφία
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Αντουάν Φουκουά
- ΚΑΣΤ: Τζααφάρ Τζάκσον, Κόλμαν Ντομίνγκο, Νία Λονγκ, Τζουλιάνο Βάλντι, Λαρένζ Τέιτ, Κέντρικ Σάμπσον, Μάιλς Τέλερ, Μάικ Μάγερς
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 127'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: TANWEER
Μία απόλυτα «αποστειρωμένη» ματιά στη μουσική καριέρα του Μάικλ Τζάκσον, από τα παιδικά του χρόνια στους Jackson 5 μέχρι την (επερχόμενη) κυκλοφορία του album «BAD».
Εάν κάνατε αναζήτηση στο Google για να σας βγάλει τη βιογραφία του Μάικλ Τζάκσον από τη σελίδα της Wikipedia, το αποτέλεσμα θα ήταν… HTTP 404. Εάν κάνατε μία αντίστοιχη αναζήτηση για τη δισκογραφία του Τζάκσον, θα παίρνατε ένα ικανοποιητικότατο αποτέλεσμα. Κάπως έτσι πρέπει να δει (ή να αντιμετωπίσει) κανείς το «Michael» του Αντουάν Φουκουά.
Αντιμέτωπος με δικαστικές αποφάσεις που απέκλειαν την αναφορά σε οτιδήποτε… σκανδαλιστικό και με την «πλάτη στον τοίχο» από την οικογένεια των Τζάκσον, ο Φουκουά δεν υπογράφει ακριβώς μία «αγιογραφία» του superstar Μάικλ Τζάκσον, αλλά ένα μουσικό οδοιπορικό που ξεκινά από τα πρώτα βήματα των Jackson 5 (στα τέλη της δεκαετίας του ’60) και φτάνει έως τα τέλη της δεκαετίας του ’80, περίοδο στην οποία ο Μάικλ τερματίζει τη σκηνική του συνύπαρξη με τ’ αδέλφια του και αποφασίζει να αφιερωθεί στην προσωπική του καριέρα, κουβαλώντας ήδη στην πλάτη του την κολοσσιαία επιτυχία του album «Thriller» (1982).
Είναι χρήσιμο το πρώτο μέρος του φιλμ, για να κατανοήσουμε την κακοποιητική συμπεριφορά του πατέρα Τζόζεφ Τζάκσον (ατυχέστατη η ερμηνεία του Κόλμαν Ντομίνγκο, στα όρια της… φαρσικής καρικατούρας!), όσο και την μετέπειτα πιεστική παρουσία του ως «manager» του Μάικλ που αντιμετώπιζε το παιδί του με ψυχρότητα και κυνισμό, σαν μια ταμειακή μηχανή που απλά απέδιδε κέρδη. Από την άλλη, όμως, τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας δεν έχουν καν χαρακτήρα στο έργο! Τα αδέλφια του απλά εμφανίζονται για να τραγουδούν στο background του Μάικλ, η Λα Tόγια έχει μια-δυο ατάκες και η Τζάνετ είναι… απολύτως άφαντη, λες και δεν υπήρξε ποτέ ως πραγματικό πρόσωπο (η αδελφή της δήλωσε προ ημερών πως είχε αρνηθεί να έχει την οποιαδήποτε συμμετοχή στην ταινία, έτσι η οικογένεια την σεβάστηκε και τήρησε την επιθυμία της)! Το τελευταίο αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα foul του «Michael», που θα κάνει πολλούς θεατές να σαστίσουν (στην καλύτερη περίπτωση…).
Έτσι, αυτό το «βιογραφικό» φιλμ εστιάζει σχεδόν αποκλειστικά στον Μάικλ μέσα από τα τραγούδια του, σκιαγραφώντας παράλληλα ένα παιδί που παρέμεινε για πάντα παιδί, αγαπώντας τον Πίτερ Παν και τις animated ταινίες του studio της Disney, όσο και κάθε πλάσμα του ζωικού βασιλείου, μετατρέποντας την έπαυλη των γονιών του σε ένα είδος ζωολογικού κήπου (προτού καν μετακομίσει στο προσωπικό του ράντσο, το Neverland).
Ο Τζααφάρ Τζάκσον, ανιψιός του Μάικλ, είναι το σημαντικότερο asset της ταινίας, όχι επειδή δίνει κάποια συγκλονιστική (ή πειστική σε πλαίσιο δραματουργίας) ερμηνεία, αλλά επειδή ανά στιγμές η ομοιότητά του με τον μακαρίτη (ακόμη και στην κινησιολογία) προκαλεί κανονική ανατριχίλα. Η σεκάνς της πρόβας για τη χορογραφία του «Beat It» σε κάνει να πιστέψεις πως η… ανάσταση ενός νεκρού ανθρώπου δεν είναι κάτι το απίθανο (!), ενώ η σεκάνς των γυρισμάτων του music promo για το «Thriller» είναι τόσο ρεαλιστική, που νομίζεις πως βλέπεις making of από τα ‘80s!
Αφηγηματικά, πάντως, το «Michael» πηδά αρκετά ατσούμπαλα μέσα στον χρόνο, αφήνοντας πίσω του χάσματα κενών της Ιστορίας (και της περιόδου), δίχως να σχολιάζει το παραμικρό γεγονός για την Αμερική του τότε, πέραν της αναφοράς στις αντίπαλες συμμορίες των δρόμων του Λος Άντζελες, τους Crips και τους Bloods, ή την αποκαλυπτική σεκάνς με τον Γουόλτερ Γέτνικοφ, τον Πρόεδρο της CBS Records που υποχρέωσε το MTV να σπάσει το (ρατσιστικό) του «taboo» και να παίξει σε heavy rotation το music video του «Billie Jean». Αλλά εδώ το έργο δεν τα πηγαίνει καλά στο προσωπικό επίπεδο, τι ζητάω κι εγώ…
Παραξενεύει το απότομο φινάλε (υπό τους ήχους του «Bad»), διακόπτοντας την πορεία της καριέρας του Μάικλ και αφήνοντας αναπάντητα ερωτηματικά για την μη ολοκλήρωση της ιστορίας της ζωής του, με τις υποψίες για προθέσεις ύπαρξης… sequel να κυριαρχούν στο μυαλό του θεατή. Ακόμη κι αν ισχύσει κάτι τέτοιο, πως θα τολμήσουν ν’ αγγίξουν τα χειρότερα (που έπονται), από τη στιγμή που στο «Michael» όλα βαίνουν τόσο αγνά και ρόδινα; Και πως θα κάνει το ντουέτο στο «Scream» ο Μάικλ, αφού η Τζάνετ… δεν υπάρχει;
