ΜΕΞΙΚΟ 86 (2025)
(MEXICO 86)
- ΕΙΔΟΣ: Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Σέσαρ Ντίας
- ΚΑΣΤ: Μπερενίς Μπεζό, Ματέο Λαμπέ, Λεονάρντο Ορτίσγρις, Χουλιέτα Εγουρόλα, Αρτούρο Ρίος, Σεσίλια Πόρας
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 89'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: NEO FILMS
Κυνηγημένη από το στρατιωτικό καθεστώς της πατρίδας της, μια γυναίκα από τη Γουατεμάλα βρίσκει καταφύγιο στην ασφάλεια του Μεξικού. Η δράση της ενάντια στη Χούντα συνεχίζεται από εκεί, όμως, ο αναγκαστικός χωρισμός από τον γιο της έχει δημιουργήσει συνθήκη που δεν είναι εύκολο να διαχειριστεί.
Το πολιτικό σινεμά της Λατινικής Αμερικής κουβαλά μια βαριά κληρονομιά γεμάτη ανεπούλωτες πληγές, στρατιωτικές δικτατορίες και προσωπικές τραγωδίες. Για τη δεύτερη σκηνοθετική του απόπειρα (σε ταινίες μυθοπλασίας), ο εκ Γουατεμάλας προερχόμενος Σέσαρ Ντίας κινείται σε πνεύμα παρόμοιο μ’ εκείνο του ντεμπούτου του, «Οι Μητέρες μας» (2020), εξετάζοντας το αιματηρό παρελθόν της πατρίδας του κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας που τυράννησε τη χώρα για περισσότερα από τριάντα χρόνια. Τούτη τη φορά μεταφέρει τη δράση στο διπλανό Μεξικό του 1986, το οποίο καθώς ετοιμάζεται για τη διοργάνωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου μοιάζει να λειτουργεί ως προπέτασμα καπνού των αγριοτήτων της ευρύτερης περιοχής. Στα χαρτιά, το «Μεξικό 86» είναι ένα γνήσιο πολιτικό θρίλερ, εν τούτοις, προκύπτει να λειτουργεί περισσότερο ως οικογενειακό δράμα, δίχως να καταφέρνει να βρει τη χρυσή τομή ανάμεσα στον ακτιβισμό και τη μητρότητα.
Μετά την ξαφνική δολοφονία του συζύγου της από τη στρατιωτική δικτατορία, η Μαρία αναγκάζεται ν’ αφήσει τον νεογέννητο γιο της στη φροντίδα της μητέρας της στη Γουατεμάλα, αναζητώντας καταφύγιο στο Μεξικό. Δέκα χρόνια αργότερα, τις παραμονές της έναρξης του Παγκοσμίου Κυπέλλου, ακτιβίστρια πλέον (η οποία όλα αυτά τα χρόνια εργάζεται με ψεύτικη ταυτότητα ως επιμελήτρια κειμένων σε τοπική εφημερίδα), δέχεται επίσκεψη από τον γιο της και τη μητέρα της, η οποία την ενημερώνει ότι δεν μπορεί να τον φροντίζει πια. Παρά το γεγονός ότι η οργάνωση στην οποία ανήκει επιβάλλει (για λόγους προστασίας) την αποστολή όλων των παιδιών στην Κούβα, η Μαρία αποφασίζει ν’ αναλάβει το ρίσκο να κρατήσει τον γιο της, συνεχίζοντας παράλληλα την αντικαθεστωτική της δράση. Η μυστική αστυνομία της Γουατεμάλας, εν τούτοις, έχει διεισδύσει στην πρωτεύουσα του Μεξικού, κάνοντας τη διπλή αποστολή της Μαρία ιδιαιτέρως επικίνδυνη.
Η εγγύτητα της οικογενειακού παρελθόντος του Ντίας μ’ εκείνη του μυθοπλαστικού κόσμου της ταινίας του παρέχει νηφαλιότητα στη σκιαγράφηση του αντάρτικου πόλεων και της πολιτικής εξορίας. Το «κατασκοπευτικό» πλαίσιο του φιλμ με τις μεταμφιέσεις, τις μυστικές συναντήσεις και τον φόβο των παρακολουθήσεων λειτουργεί ικανοποιητικά, αν και δίχως να ποντάρει στη δημιουργία κάποιου σπουδαίου σασπένς. Βασική αιτία γι’ αυτό στέκει η οικογενειακή πτυχή του δράματος, καθώς ενώ η παρουσία του μικρού αγοριού πλάι στη μητέρα του θα έπρεπε να λειτουργεί ως «ωρολογιακή βόμβα» που απειλεί να τινάξει τα πάντα στον αέρα, καταλήγει (μάλλον) να ευνουχίζει το αμιγώς πολιτικό / ακτιβιστικό σκέλος του φιλμ, ένεκα μιας άχρωμης προσέγγισης «διλημματικού» χαρακτήρα. Συν τοις άλλοις, το εύρημα του Mundial του 1986 μένει ανεκμετάλλευτο (στα όρια του «κράχτη»), αφού (θεωρητικά) αφήνεται να δημιουργηθεί η εντύπωση πως η γιορτή του ποδοσφαίρου θα λειτουργήσει ως βασικό πλαίσιο αντιπαράθεσης μεταξύ διαφθοράς και αντίστασης. Τελικά, όμως, το αθλητικό γεγονός (επί της ουσίας) δεν αφορά την πλοκή.
Η ευκαιρία για βαθύτερο σχόλιο κοινωνικοπολιτικής ειρωνείας (που θα έμοιαζε εύστοχο, ακόμη και υπό το καθεστώς της άτυπης αναγωγής του στο πρόσφατο Παγκόσμιο Κύπελλο της Αμερικής) χάνεται, αφήνοντας το ιστορικό πλαίσιο να μοιάζει με διακοσμητική ταπετσαρία.
