FreeCinema

Follow us

ΜΑΖΙ ΤΑ ΦΑΓΑΜΕ (2018)

  • ΕΙΔΟΣ: Κωμωδία
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Στράτος Μαρκίδης
  • ΚΑΣΤ: Κώστας Αποστολάκης, Μπέσυ Μάλφα, Σωτήρης Καλυβάτσης, Αντώνης Καφετζόπουλος, Θωμαΐς Ανδρούτσου, Δημήτρης Μαυρόπουλος, Κώστας Ευρυπιώτης, Κατερίνα Στικούδη, Σταύρος Νικολαΐδης, Αναστασία Τσιλιμπίου, Μάνος Ψιστάκης, Νίκη Λάμη, Μιχάλης Ιατρόπουλος, Κόνι Μεταξά
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 101'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ΣΠΕΝΤΖΟΣ

Βλακωδώς έντιμος πλην πτωχός υπεύθυνος προμηθειών σε νεοσύστατο κρατικό φορέα γίνεται ανίδεα υποχείριο της συζύγου του, συνεργάτιδας με το αζημίωτο των μιζαδόρικων μεθοδεύσεων ανωτέρων του που θα βάλουν το (πολύ) χρήμα στη ζωή τους. Πώς θα σταματήσουν τα «μούσια» με τα οποία το δικαιολογεί η madame, όταν μπουν στη μέση reporter του γυαλιού, που μυρίζονται τη λοβιτούρα, και οι γυναικοδουλειές τού χλιδομεσίτη άντρα της ξαδέλφης της;

«Επανάληψις, μήτηρ πάσης μαθήσεως», έλεγαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι. Δεν ξέρω αν το πιστεύει αλλά ο Στράτος Μαρκίδης, το πιο γρήγορο πιστόλι της εγχώριας πιάτσας (δύο τάλε κουάλε ταινίες σε 2 ½ μήνες!), επαναληπτικά δοκιμαζόμενος στις επί το πολύ φαρσικότερο διασκευές vintage θεατρικών και ακολούθως στη σελιλόζη επιτυχιών των Τσιφόρου – Βασιλειάδη με τις ευλογίες και τη συμμετοχή της αυθεντικής παραγωγού εταιρείας Καραγιάννης – Καρατζόπουλος, δεν μαθαίνει ούτε ο ίδιος ούτε εμάς κάτι. Η γράφουσα ας μην επαναληφθεί. Τα ιδιαίτερα (not) γνωρίσματα του filmer και του νέου κατασκευάσματός του αφενός ισχύουν κραταιά για τα ταμεία απαράλλαχτα, αφετέρου τα έχω… θίξει τρις με αφορμή τα «Ο Θησαυρός», «Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο Κοντός», «Οι Γαμπροί της Ευτυχίας». Εμείς παραγνωριστήκαμε με το trend, εσείς διαβάζετε και ψυχανεμίζεστε. Και τίθεται κατ’ αρχήν το ερώτημα: σε τι άλλαξαν τον αδόξαστο με αφορμή αυτή τη φορά το «Η Κυρία του Κυρίου» και δια χειρός και διανοία τού ηθοποιού Μάνου Ψιστάκη, στην πρώτη του απόπειρα ως σεναρίστα, μετά τη δοκιμή του στη συγγραφή για το σανίδι με το «Hangover IV» (εμπνευσμένο από εκεί που νομίζεις);

Η ιδιωτική εταιρεία καυσίμων έγινε Οργανισμός Ανάπτυξης Έργου και Υποδομών. Η ταμειακή ανωμαλία των 5.000 δραχμών, κόκκινο στεγαστικό δάνειο και απειλή κατάσχεσης. Οι πρώιμα καρφωμένες κουτσουκέλες του μπατζανάκη, όψιμη αποκάλυψη σε extravaganza σουργέλου. Το «Τι λες, βρε λωποδύτη!» και η σεξουαλική παρενόχληση του συμβούλου, το «Μπριτζίτ Μονρόε», το «γατί» της γούνας έφυγαν, όπως και το ανατριχιαστικά δραματικά ευθύ «Πάρ’ τες. Βλάκα… βλάκα… βλάκα!» στο ξέσπασμα της καταπιεσμένης καπάτσας στον αφελή σύζυγο, τον οποίο «έφτιαξε» οικονομικά, όταν της ζητάει τα ρέστα. Βλέπετε, η ανίσχυρη μπρος στην πονηριά τού καταφερτζίδικου ασθενούς φύλου μικροαστική φαλλοκρατία, το κύριο περισσότερο κι από εκείνο του μεταδοτικού μικροβίου της ρεμούλας «θέμα» της κομψής αλλά εξόν θεατροφέρνουσας και υποτυπωδώς δουλεμένης δραματουργικά (τόσο σε καταστάσεις όσο και σε αρκετές σιλουέτες) ρετρούρας τού «Νταλ» απ’ το 1962, εδώ έχει απωθηθεί τεχνηέντως ώστε να έρθει μπροστά το αξίωμα ότι το χρήμα αλλάζει σε βαθμό φαιδρότητας τον άνθρωπο, ειδικά στο πλαίσιο της πλήρους αξιακής ντέκας της σύγχρονης Ψωροκώσταινας: χωρίς υπερβολή οι πάντες εδώ μέσα επιεικώς υπολείπονται ηθικά, εκτός του αδέκαστου αγαθιάρη. Τυχαίο; Δε νομίζω. Επαινετέο, αλλά αρκεί;

Με ικανότητες αρχικά στην πλοκή, την οποία έχει καταστήσει πιο σύνθετη και περιδέσει δεόντως, ο Ψιστάκης επίσης επινοεί πρόσωπα (μια μοδάτη μετέφηβη κόρη, το ερευνητικό κουαρτέτο του τηλεοπτικού σταθμού, ένας ακόμα φαταούλας προϊστάμενος, ένας βαρεμένος chauffeur – commando, μια femme fatale) κι ενισχύει την παρουσία άλλων (το δεύτερο γκομενάκι του μουρντάρη). Είναι η ενδεδειγμένη (και πιθανόν υποδεδειγμένη) επιλογή αφής στιγμής έχεις αποφασίσει να πουλήσεις κωμική τρέλα. Διαθέτεις τον ανάλογο… θησαυρό σε ατάκες και έμψυχο υλικό; Με αυτί για το ιδιόλεκτο της νεολαίας (που παρεισφρέει σιριαλδαλιανιδικά δια της θυγατέρας και, πιο αποτυχημένα, δια του πολυστοιχηματζή εικονολήπτη), γλωσσοπλαστικές ικανότητες («Βιβλίο Γκίνιες»), βελτιώσεις στο πρωτότυπο (η Αγγέλα-«κορόνα μου» γίνεται Κορίνα-«κορόνα μου»), ακόμη και clin d’ oeil (το «Γκέλλυ – Από πού; – Απ’ το τσιγκέλι!», φόρος τιμής στην πρωταγωνίστρια του oldie, Γκέλυ Μαυροπούλου), η ζωντανή πένα στην πορεία προδίδεται τόσο από τη φροντίδα και την υποχρέωση κάθε σκηνή να κλείνει μ’ ένα αστείο, που καθιστά κάποια απ’ αυτά από «κουφά» έως δεύτερης διαλογής, όσο κι απ’ την καταφυγή σε αγοραία σιγουράκια («Τον πούλο!», ηχώ του «Ο Κλέαρχος…»). Ακόμα χειρότερα, σε επίπεδο μοτίβων για τη σάτιρά (λέμε τώρα…) του οι επιλογές προβάλλουν πλέον από δεκαετίες κατόπιν εορτής (οι εξωνημένοι της πολιτικής και των media) έως γραφικά 1G (η malaise της ψηφιακής επικοινωνίας της κοινωνίας του θεάματος).

Η δουλειά του Ψιστάκη κρεμιέται… ασφαλώς κυριότατα από την «κινηματογραφική» σχολή Μαρκίδη, που έχει πάρει το κολάι σε ξεπέταγμα του όρντινου με στοιχειώδες, σχεδόν fly-on-the-wall blocking κ.λπ., ας μην επαναλαμβάνομαι, είναι όλα στην τρόικα κριτικών στις οποίες σας παρέπεμψα. Τουλάχιστον, εδώ αχνοφαίνεται ενίοτε καλύτερος συντονισμός της καθοδήγησης με νευραλγικές μονάδες του ensemble, κάτι που αποτελεί και την κρίσιμη δεύτερη ειδοποιό διαφορά στο delivery τού χιούμορ μιας τέτοιας ταινίας. Ο Καλυβάτσης, γεννημένος με και για σωματικό οίστρο, είναι ξανά αυτός που σώζει συχνά ακόμη και τα υποδεέστερα ευτράπελα με τη Μάλφα να έπεται σε φωνητικά κυρίως ξεσπάσματα, χωρώντας πιο δύσκολα ψιλοξεγοφιασμένη στα τακούνια ημιλαϊκότητας του ρόλου της. Ο ικανός Αποστολάκης, απογοητευτικά, ξεπατικώνει (εντεταλμένα, εννοείται) το βράχνιασμα και τη σιλουέτα του από το «Οι Γαμπροί…» με ένα je ne sais quoi Λογοθετίδη – όσοι σκέφτονται τον Ηλιόπουλο του original θα πάθουν σοκ. Η Ανδρούτσου είναι λάθος της διανομής, εκπέμπει κρύο, και ξυπνάει μόνο στη σκηνή της χειροδικίας της. Ο Μαυρόπουλος μένει στην απέξω του χάχανου ως η πιο ρεαλιστική μονάδα, ο Ευριπιώτης διαπρέπει σε κάποια τσαλίμια βοκαλισμών και μάσκας, ο Καφετζόπουλος σαρκάζει σε παραγοντίστικη βαριάντα τη hit τηλεοπτική εικόνα ξέρεις ποιου. Ο Γιαννόπουλος επανεγκλωβίζεται ad style, η Τσιλιμπίου δίνεται αλλά τσιμπημένα, ο Νικολαΐδης είναι ταιριαστά γλοιώδης αλλά βιντεΐζει όπως κι η Λάμη, η Στικούδη θα το ‘χε αν δεν φορούσε το αξάν της Κυπρίας όποτε το θυμόταν, ο Ιατρόπουλος παραλλάσσει μισοπειστικά έναν τύπο του, η Μεταξά διαθέτει γκελ κι ο Ψιστάκης ως ερμηνευτής λιγότερο ενδιαφέρον απ’ ό,τι ως μυθοπλάστης.

Όχι ότι δεν υπάρχουν κι απ’ αυτούς στιγμούλες (σε φατσούλες, σε mini αυτοσχεδιασμούς, στην και μονταζιακή χρόνωση γκαγκ) που βγάζουν γέλιο. Αλλά η ερασιτεχνική απόπειρα να απευθυνθεί αυτό το θέαμα στο νοσταλγικό ένστικτό σου για τον ΠΕΚ (έλεος, αυτούσια η καραμούζα και τα κρουστά του Μουραμπά στα εφέ;) τη στιγμή που υποτίθεται ότι τον φέρνει στο σήμερα (πώς, με την αναδόμηση, στο αρσενικό περίδακρυ, του κλου ρήξης ή με το άνευ εσωτερικής λογικής φιλανθρωπικά ρεφορμιστικό φινάλε;) πιάνεται κλέπτουσα οπώρας. Άσχετα, κρητικού χρώματος περισσεύματα cues του Παπαδόπουλου από το «Ο Θησαυρός» και η άγαρμπη κοπτοραπτική outtakes στα ακαλαίσθητα générique τέλους χαλάνε περαιτέρω αντί να φτιάχνουν την εντύπωση, ενισχύοντας την… εντύπωση της προχειρότητας που διέπει κάποιες από τις λανθασμένα θεωρούμενες ως ασήμαντες παραμέτρους της τυποποιημένης γραμμής παραγωγής αυτού του λειτουργικού για τον μη απαιτητικό σλαπστικάκια καταναλωτή αλλά εν πολλοίς ευτελώς φασόν προϊόντος. Για το εύρημα του μακαρίτη θείου που εδώ επαυξάνεται κι εν τη αγνοία τους εμπλέκει τρεις ξένους ηθοποιούς διεθνούς εμβέλειας, τον έναν σε character photo ενός απ’ τα μεγαλύτερα blockbuster των τελευταίων χρόνων, μη αδειοδοτημένα αν κρίνω απ’ την απουσία σχετικής αναφοράς, θα έπρεπε να επιληφθούν οι νομικοί εκπρόσωποι των ενδιαφερομένων. Αλλά στην Ελλάδα ζεις, δεν υπάρχει ελπίς. Φάε τώρα άλλο ένα μισοτιμής…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Το fan club τού εν προόδω remake franchise κι οι θιασώτες της πλακατζίδικης μικρής οθόνης θα περάσουν καλά, ακόμη κι οι teenagers εξ αυτών θα βρουν σημεία αναφοράς αυτή τη φορά, δε. Αν δεν βλέπεις τέτοια αλλά το funny bone σου γαργαλιέται εύκολα, μπορεί να χαρείς «φάσεις». Πολύ παρωχημένο, ξεπέτα, χονδροειδές για όλους τους υπόλοιπους.


MORE REVIEWS

Η ΦΩΛΙΑ

Υπερφιλόδοξος entrepreneur ζητά από την οικογένειά του να μετακομίσουν στην πατρίδα του, την Αγγλία, για να κυνηγήσει μεγάλη επαγγελματική ευκαιρία. Στα ξαφνικά, θα βρεθούν να κατοικούν σε εξοχική έπαυλη και υπεράνω των δυνατοτήτων τους, με την κρίση να τους πλησιάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα…

ΘΑ ΕΡΘΕΙ Η ΦΩΤΙΑ

Έχοντας εκτίσει μεγάλο μέρος της ποινής του, ο Άμαντορ αιφνιδιάζει τους κατοίκους του χωριού του, βγαίνοντας από τη φυλακή πριν από την ώρα του. Επιστρέφοντας στο σπίτι της γηραιάς μητέρας του, θα αντιμετωπίσει μονάχα την ψυχρότητα αυτής της μικρής κοινωνίας που δεν θέλει να σχετίζεται με έναν εμπρηστή.

Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΚΗΠΟΣ

Χάνοντας τους γονείς της από επιδημία χολέρας, η δεκάχρονη Μέρι αφήνει την Ινδία της δεκαετίας του ’50, ώστε να ζήσει στην έπαυλη του θείου της, στο Γιόρκσαϊρ της Αγγλίας. Εκεί θ’ ανακαλύψει τα πολλά κρυμμένα μυστικά του σπιτιού και θα δώσει νέα πνοή στο «μαραμένο» περίγυρο της.

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΜΑΣ

Δεκαπέντε χρόνια μετά τις σοβαρότατες απώλειες του Δευτέρου Παγκοσμίου, μια γυναίκα θα έρθει και πάλι αντιμέτωπη με το εφιαλτικό παρελθόν, όταν πιστέψει πως ο γείτονάς της είναι ο αξιωματικός των SS που την είχε κακοποιήσει βάναυσα λίγο πριν το τέλος του μεγάλου πολέμου.

ANTEBELLUM: Η ΕΚΛΕΚΤΗ

Οι ζωές μιας μαύρης σκλάβας σε βαμβακοφυτεία του Νότου στον 19ο αιώνα και μιας μαύρης κοινωνιολόγου και διακεκριμένης συγγραφέως στο παρόν πρόκειται να συναντηθούν με έναν (ελαφρώς) αναπάντεχο τρόπο.