ΤΑΙΡΙΑΖΟΥΜΕ; (2025)
(MATERIALISTS)
- ΕΙΔΟΣ: Αισθηματικό Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Σελίν Σονγκ
- ΚΑΣΤ: Ντακότα Τζόνσον, Κρις Έβανς, Πέδρο Πασκάλ, Ζόι Γουίντερς, Μάριν Άιρλαντ, Ντάσα Νεκρασόβα, Έμι Γουίλερ
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 116'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: FEELGOOD
«Προξενήτρα» – υπάλληλος σχετικής εταιρείας συναντά πλούσιο γόη και ξανασκέφτεται αν αξίζει να μένει single, αλλά θα βρεθεί ξανά μπροστά της ο πάμπτωχος πρώην της και το δίλημμα θα είναι σκληρό. (Εκτός εάν διαβάζατε Βίπερ Νόρα από παλιά…)
Ξεφούσκωσε βιαίως η «χάρη» και το «ταλέντο» της Σελίν Σονγκ. Μετά τις υπερτιμημένες «Περασμένες Ζωές» (2023), επιστρέφει με μία (και καλά) «αναθεωρητική» ματιά στο genre της ρομαντικής κωμωδίας, με ύφος που λες και… δεν είχε δει ποτέ παρόμοιο έργο στο παρελθόν! Το μόνο που επιζεί από αυτό το είδος εδώ είναι η ύπαρξη της φόρμουλας του «ερωτικού τριγώνου», με την πλέον παλιακή αντιμετώπιση της ταξικής διαφοράς και σύγκρουσης ανάμεσα στους δύο διεκδικητές της καρδιάς της βασικής πρωταγωνίστριας, η οποία εργάζεται σε… γραφείο συνοικεσίων! Για τόσο «μοντέρνα» πράγματα μιλάμε!
Δεν ξέρω από πού ν’ αρχίσω! Η Σονγκ, εντελώς ηλιθιωδώς, ξεκινά από σεκάνς… προϊστορικών ανθρώπων των σπηλαίων που… φλερτάρουν με αγνότητα και λουλουδάκια! Με έλουσε κρύος ιδρώτας! Ακολούθως, στην πολύβουη Νέα Υόρκη, παρακολουθεί την ελαφρώς εμμονικά ανύπαντρη Λούσι να δίνει rendez-vous με πελάτισσά της και να αναλύουν πόσο κακό ήταν το τελευταίο «ταίριασμα» που της πρότεινε. Η Λούσι είναι από τις καλύτερες «προξενήτρες» της πόλης, αλλά δεν λειτουργεί με πραγματικό συναίσθημα, βλέπει το πελατολόγιό της σαν ένα υλιστικό αγαθό που πουλιέται σαν «προϊόν», δημιουργώντας ένα είδος αντι-ηρωίδας, τοποθετημένης όμως μέσα σ’ ένα φιλμ το οποίο κατασκευάστηκε για να καταναλωθεί με τους όρους που (τόσο αφελώς και σχηματικά) σαρκάζει.
Σε γαμήλιο party θα γνωρίσει τον Χάρι, έναν single λεφτά, τον τύπου του άνδρα που «δεν υπάρχει» πια εκεί έξω, θα παίξει flirt από αμφότερες πλευρές, εκείνος θα δείξει πως «τη δάγκωσε» περισσότερο, ώσπου… εμφανίζεται ο πτωχός πρώην της ως σερβιτόρος της εταιρείας που έχει αναλάβει το catering! Θα υπάρξει κι ένα φευγαλέο flashback, για να «καταλάβουμε» γιατί χώρισε με τον Τζον προ ετών (εκείνη δεν ήθελε να τον μισεί επειδή ήταν φτωχαδάκι και γι’ αυτό, τελικά, μισούσε τον ίδιο της τον εαυτό!), αλλά δεν θα καταλάβουμε ποτέ γιατί σήμερα το σκέφτεται ανάμεσα σε αυτούς τους δύο.
Στο δεύτερο μισό του το «Ταιριάζουμε;» μετατρέπεται σε ένα κολοσσιαίο φιάσκο, στο οποίο η (δήθεν) κριτική ματιά της Σονγκ επάνω στα ρομαντικά στερεότυπα (κοινωνικά και φιλμικά) μπλέκει τα μπούτια της με διδάγματα περί «κακού» καπιταλισμού και της αρνητικής του επίδρασης στα ζευγάρια, ακολουθώντας μία σουρεαλιστικά αντίθετη γραμμή αφήγησης που υπακούει αναγκαστικά σε κανόνες εμπορικών προδιαγραφών παραγωγής και marketing! Το χειρότερο απ’ όλα, δε, είναι οι διάλογοι που έχει γράψει η Σονγκ, ένας ιδεολογικός αχταρμάς από λόγια που δεν ξεστομίζει προφορικά κανένας πολιτισμένος άνθρωπος με αληθινό τρόπο σκέψης. Λόγια που παριστάνουν πως προέρχονται από μυαλά διανοούμενων, μα πνίγονται μέσα σε μια «κουταλιά» ρηχότητας.
Η υποπλοκή της κακοποίησης πελάτισσας της Λούσι επιχειρεί να σοβαρέψει το καταστασιακό με ακόμη… χειρότερο τρόπο, σχεδόν εκβιάζοντας την ένταξη της συμπερίληψης και του #MeToo μέσα στα θέματα της ταινίας, ενώ πριν η πλοκή περιστρεφόταν περισσότερο ανάμεσα στο «πόσα λεφτά έχει;» και στο «μήπως έχει κάνει χειρουργική επέμβαση στα πόδια για να πάρει μπόι;»! Για να ξαναπεράσει στο φινάλε σε ένα ζορισμένο… κερδίζουν η αγάπη και τα λουλουδάκια! (Ο θεατής, πάλι, όχι.)
Το «Ταιριάζουμε;» μοιάζει με ένα αναψυκτικό τύπου Cola που… έχει ξεθυμάνει και δε σου προκαλεί καμία αίσθηση στον ουρανίσκο. Και αυτό είναι ό,τι πιο ευγενικό μπορώ να πω αντί «punchline» (αυτά κι αν απέχουν από το έργο και τους διαλόγους!).
