MARTY SUPREME (2025)
- ΕΙΔΟΣ: Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Τζος Σάφντι
- ΚΑΣΤ: Τιμοτέ Σαλαμέ, Γκουίνεθ Πάλτροου, Οντέσα Α’τζιόν, Κέβιν Ο’Λίρι, Ταίλερ Οκόνμα, Έιμπελ Φεράρα, Λουκ Μάνλεϊ, Φραν Ντρέσερ, Σάντρα Μπέρνχαρντ
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 149'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: ΣΠΕΝΤΖΟΣ
Ο Μάρτι Μάουζερ έχει ένα όνειρο. Και κανένας δεν μπορεί να τον σταματήσει να το πραγματοποιήσει. Εκτός από τη ζωή την ίδια…
Μία αλληγορία για το αμερικανικό όνειρο, σε εποχές όπου αυτό όντως σήμαινε κάτι, το «Marty Supreme» αποδεικνύει την ξεχωριστή υπεροχή του ενός εκ των αδελφών Σάφντι (ο έτερος είχε υπογράψει πρόσφατα το βιογραφικό «The Smashing Machine»), ο οποίος εδώ ως σκηνοθέτης και σεναριογράφος αριστεύει στο να δημιουργεί όχι απλά ένα έργο, αλλά έναν ολόκληρο κόσμο «ρεαλιστικής» φαντασίας από το μηδέν, με μοναδική «πυξίδα» του τις αρχές της δεκαετίας του ’50. Πραγματικά σπουδαίο και πρωτότυπο σινεμά που τρέχει με σπασμένα ralenti, σαρώνοντας τα πάντα στο διάβα του.
Ο Μάρτι είναι ένας νεαρός αριβίστας που από υπάλληλος ενός καταστήματος παπουτσιών στη Νέα Υόρκη του 1952 ονειρεύεται να κατακτήσει το παγκόσμιο έπαθλο στο αγώνισμα του… ping-pong! Η πόλη του δεν του υπόσχεται τίποτα καλύτερο από μια θέση manager στο μαγαζί όπου ήδη εργάζεται, οπότε η φυγή προς το Λονδίνο για να συμμετάσχει στο παγκόσμιο αθλητικό tournoi είναι μονόδρομος, αποκτώντας το αντίτιμο του αεροπορικού εισιτηρίου ακόμη και με… διάρρηξη χρηματοκιβωτίου!
Η υπόλοιπη ταινία δεν περιγράφεται με λόγια. Ο Σάφντι στήνει ένα δραματουργικό σύμπαν που κάνει τον θεατή να συμπάσχει, σχεδόν να το βιώνει, ταυτιζόμενος κιόλας μ’ ένα ήρωα ξεκάθαρα αμοραλιστικών αντιλήψεων, τον οποίο σχεδόν δεν προλαβαίνει να κρίνει αρνητικά! Γιατί τον ακολουθεί πιστά, είναι διαρκώς μαζί του, γίνεται εκείνος.
Σαν το «Forrest Gump» (1994) να γράφτηκε ξανά από την αρχή, δίχως τις συγκεκριμένες ιστορικές αναφορές, τα εφετζίδικα trick-άκια και τη μελοδραματική αφηγηματικότητα, η ταινία του Σάφντι καταλήγει να μοιάζει περισσότερο με ένα σκορσεζικό «Μετά τα Μεσάνυχτα» (1985), το οποίο δεν διαρκεί μονάχα μια νύχτα αλλά παίρνει στο κατόπι τους χαρακτήρες του (και τον θεατή) και τους βάζει σ’ ένα καταστασιακό rollercoaster που δεν καταλαβαίνει τι θα πει λήξη χρόνου (ή «ωραρίου»). Με τα ups and downs του, που όμως δεν υστερούν ποτέ σε ρυθμό. Πρόκειται για έναν στρόβιλο ενέργειας που αποτελείται από σεκάνς – κομμάτια ενός puzzle το οποίο δεν απεικονίζει μια σκέτη εικόνα, αλλά έναν κόσμο ολοζώντανο, παλλόμενο, που βρίσκεται πάντοτε σε κίνηση, με πορεία διόλου καθορισμένη και προβλέψιμη. Κάθε πράξη του Μάρτι (και των ανθρώπων που βρίσκονται γύρω του) ενεργοποιεί ένα σχεδόν σουρεαλιστικά εμπνευσμένο domino εξελίξεων με αντίκτυπο που δεν ξέρεις πότε θα προκαλέσει το επόμενο τίμημα που (θα) πρέπει να πληρώσει ο ήρωας, πόσο καταστροφικές ή λυτρωτικές μπορεί να είναι τελικά οι επιπτώσεις των απερισκεψιών του, ενός ολότελα προσωπικού πείσματος που του «υπαγορεύει» πως… τα πάντα μπορεί.
Το «Marty Supreme» κάνει τον αγώνα ενός ανθρώπου να αντέξει και να υπερβεί τα όρια της καθημερινότητάς του να μοιάζει με επικό σινεμά, με έναν ήρωα που πότε θα θες ν’ αγκαλιάσεις με συμπόνοια κι άλλοτε να του χώσεις την πιο δυνατή μπουνιά σου στα μούτρα! Ο Τιμοτέ Σαλαμέ είναι αποκάλυψη στον πρωταγωνιστικό ρόλο, υποδυόμενος ένα ρεμάλι – καταφερτζή τόσο υπερκινητικό, αναπολογητικό κι απελπισμένο, που δεν (σου) αφήνει τα περιθώρια να σκεφτείς πόσο τον μισείς ή τον αγαπάς. Είναι ένα icon για τη γενιά του σήμερα, που δεν ξέρει που πατά και που βρίσκεται, τρέχοντας με βία προς κάθε απόπειρα φυγής, μακριά από το αύριο, καταναλώνοντας με αχόρταγη ταχύτητα το τώρα.
Κάτω από τη ροή των εικόνων, ο Σάφντι ντύνει την ταινία του μ’ ένα αναχρονιστικό soundtrack «χαμένων νιάτων», πλημμυρισμένο από ήχους της δεκαετίας του ’80, μ’ έναν τρόπο που σχεδόν ισοφαρίζει την αντίστοιχη και τόσο αρχιδάτα μοντέρνα επιλογή της Σοφία Κόπολα να μετατρέψει την «Marie Antoinette» (2006) της σε… punk rebel! Από το «Forever Young» των Alphaville μέχρι το «The Order of Death» των Public Image Ltd., η ηχητική μπάντα αγκαλιάζει το φιλμικό μεγαλείο με τρόπο αδιανόητα συγκινητικό και υπερβατικό (πόσω μάλλον για τη γενιά που βίωσε την εφηβεία της σ’ εκείνη τη δεκαετία).
Το φινάλε της ταινίας βρίσκει τον Μάρτι να κλαίει με λυγμούς. Δεν είμαστε σίγουροι αν είναι από χαρά ή αν νιώθει ηττημένος, για το σήμερα και για το αύριο. Το πιθανότερο είναι πως θα μείνει καθηλωμένος, πια. Η χρήση του «Everybody Wants to Rule the World» των Tears for Fears μοιάζει ειρωνική. Ο καθένας νομίζει πως μπορεί να εξουσιάσει τον κόσμο, έτσι; «So glad we’ve almost made it, so sad they had to fade it»…
