Η ΤΟΥΡΤΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ (2025)
(MAMLAKET AL-QASAB)
- ΕΙΔΟΣ: Δράμα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Χασάν Χαντί
- ΚΑΣΤ: Μπανίν Αχμάντ Ναγέφ, Γουαχίντ Ταμπέτ Χρεϊμπάτ, Σαγιάντ Μοχάμαντ Κουάσεμ, Μουθάνα Μαλάγκι, Ραχίμ ΑλΧατζ
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 105'
- ΔΙΑΝΟΜΗ: CINOBO
Ιράκ, 1991. Η μικρή Λαμίχα επιφορτίζεται με την υποχρεωτική παρασκευή τούρτας εν όψει σχολικής γιορτής για τον εορτασμό των γενεθλίων του Σαντάμ Χουσεΐν. Σε μια χώρα όπου τα βασικά είδη διατροφής έχουν μετατραπεί σε… είδη πολυτελείας, όμως, η αποστολή της μοιάζει ακατόρθωτη.
Θαρρώ πως λίγοι εορτασμοί γενεθλίων μπορούν να συγκριθούν με το σουρεαλιστικό θέαμα που καθιέρωσε το ιρακινό καθεστώς ώστε να… αυτοτιμηθεί ο Σαντάμ Χουσεΐν. Από τα μέσα της δεκαετίας του ‘80, ο «Μεγάλος Ηγέτης» υποχρέωνε κάθε γωνιά της χώρας να εορτάζει για σχεδόν ολόκληρο τον μήνα που προηγούνταν της γενέθλιας ημερομηνίας του, μέχρι την καταληκτική κορύφωση της συγκεκριμένης εκείνης μέρας. Μία από τις παράξενες τελετουργίες που επιβάλλονταν στο πλαίσιο των εορτασμών ήταν η «μέρα της κλήρωσης», όπου όλα τα σχολεία της χώρας επέλεγαν τυχαία έναν μαθητή, αποδίδοντάς του την «τιμή» να ψήσει μια τούρτα για τον Πρόεδρο. Η εν λόγω διάκριση γέμιζε με άγχος τις… τυχερές οικογένειες, καθώς από τη μία είχαν να αντιπαρέλθουν τη φτώχια και την έλλειψη αγαθών και από την άλλη τον φόβο για το ενδεχόμενο τιμωρίας τους σε περίπτωση αποτυχίας.
Για το σκηνοθετικό του ντεμπούτο, ο Ιρακινός σκηνοθέτης Χασάν Χαντί ακολουθεί πιστά το δόγμα που υπαγορεύει «γράψε γι’ αυτά που ξέρεις», αναζητώντας έμπνευση στην παιδική του ηλικία, η οποία συνέπεσε με την ιρακινή εισβολή στο Κουβέιτ και τα αμερικανικά αντίποινα της «Καταιγίδας της Ερήμου». Το στόρι που αφηγείται, αν και εκ πρώτης όψεως διαθέτει όλα τα συστατικά μιας τυπικής ταινίας ενηλικίωσης που πατά πάνω στα ασφαλή μοτίβα του νεορεαλισμού, σε εμένα έμοιασε σαν ένα σκοτεινό παραμύθι των αδελφών Γκριμ, που για κάποιο λόγο διαδραματίζεται στους απόκοσμους βάλτους της Μεσοποταμίας. Μπορεί η πλοκή της «Τούρτας» να βασίζεται σε αναμνήσεις του σκηνοθέτη της, προσδίδοντάς ιστορικό «βάρος» στο εγχείρημα, εν τούτοις, και οι ιστορίες των Γερμανών παραμυθάδων δεν ήταν εξ ολοκλήρου προϊόντα φαντασίας, καθώς διατηρούσαν στη βάση τους έντονα στοιχεία από τη λαογραφία της πατρίδας τους.
Η ορφανή Λαμίχα, η οποία ζει με τη γιαγιά της σε συνθήκες απόλυτης φτώχιας σε υδάτινο οικισμό του νοτίου Ιράκ, καλείται να εκπληρώσει μια ακατόρθωτη δοκιμασία (σαν εκείνες που συχνά συναντάμε στα παραμύθια). Η περιπλάνησή της στους άγνωστους δρόμους της γειτονικής πόλης για την εύρεση αυγών, αλευριού και ζάχαρης (έχοντας για παρέα της καλό συμμαθητή της και τον αγαπημένο της κόκορα!), την φέρνουν αντιμέτωπη με μια βίαιη ενηλικίωση, καθώς οφείλει να ξεπεράσει τις παγίδες που ελλοχεύουν στη διαδρομή της. Η απελπισία της και η απόγνωση μεγεθύνονται τόσο από την ανάγκη της επιβίωσής της, όσο και από τη λανθάνουσα, πλην όμως απειλητική παρουσία του «κακού» τυράννου. Ο Σαντάμ Χουσεΐν δεν κρατά κάποιο ρόλο στο φιλμ, όμως, η φιγούρα του είναι πάντα εκεί, υπενθυμίζοντας τη σκοτεινή δύναμη της απόλυτης εξουσίας. Οι διάφοροι αυτόβουλοι ενήλικες βοηθοί οι οποίοι εμφανίζονται στο διάβα της, δε, ενδέχεται να κρύβουν κάτι πολύ πιο αινιγματικό από την καλοπροαίρετη καλοσύνη των ξένων.
Θα μπορούσε να είναι ένα σύγχρονο, ρεαλιστικό «Χάνσελ και Γκρέτελ», ακολουθώντας τα βήματα μιας παιδικής «Οδύσσειας», καθοδηγούμενης από την ανάγκη. Προς τιμήν του, ο πρωτοεμφανιζόμενος ιρακινός auteur δεν καταφεύγει σε άθλια εκμετάλλευση της μιζέριας αλά «Καπερναούμ» (2018), αλλά ακολουθεί μέχρι και χολιγουντιανά πρότυπα αφήγησης, στέλνοντας την πλοκή από τη μία σε γλυκόπικρους δρόμους χαρμολύπης (διόλου τυχαία ίσως, το όνομα του Έρικ Ροθ εμφανίζεται στα ονόματα των παραγωγών, ενώ λέγεται πως είχε συμμετοχή και στη διαμόρφωση του σεναρίου) και από την άλλη (από ένα σημείο κι έπειτα) σε ελαφριά ανακύκλωση ιδεών. Ως εκ τούτου, η crowd-pleasing ατμόσφαιρα που υφαίνεται πέφτει ενίοτε στην παγίδα της υπερβολής (το επεισόδιο του κινηματογράφου μου φάνηκε βεβιασμένο), προσπαθώντας να συνταιριάξει την πολιτική αλληγορία της προσωπολατρίας και της βίαιης υποταγής με την θαρραλέα αθωότητα. Η συνετή Λαμίχα καλείται να συνεισφέρει στα γενέθλια του «Πατέρα του Έθνους», την ίδια ώρα που η ζωή η δική της αλλά και του περίγυρού της καταρρέει εξαιτίας στερήσεων που οφείλονται (και) σε εκείνον. Το αλλοπρόσαλλο του πράγματος κάνει την κλασικά παραμυθένια επωδό του «ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα» να φαίνεται πως… σε συνθήκες πολέμου ουδόλως ταιριάζει με την αληθινή ζωή.
