FreeCinema

Follow us

LOVE (2015)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Γκασπάρ Νοέ
  • ΚΑΣΤ: Αόμι Μούγιοκ, Καρλ Γκλάσμαν, Κλάρα Κριστίν, Χουάν Σααβέδρα, Γκασπάρ Νοέ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 135'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: HOLLYWOOD ENTERTAINMENT

Αγόρι αγαπάει κορίτσι. Αλλά θέλει και δεύτερο κορίτσι. Θα δοκιμάσουν πως είναι (στο σεξ) και οι τρεις μαζί. Θα αποτύχουν. Φταίει ο έρωτας.

Πας να κάνεις μια ταινία για την αγάπη κι όλα τα πράγματα που δηλώνεις πως αγαπάς σε τούτη τη ζωή, και στο τέλος σου βγαίνει… αυνανισμός! Όχι ακριβώς με την κακή έννοια, αλλά το «Love» είναι ένα τόσο αυτοαναφορικό έργο, που δεν χωράει κανέναν άλλον εκτός από τον ίδιο του τον δημιουργό μέσα του. Για εκείνους που δεν αρκούνται στο «σεξ με κάποιον που αγαπάς», όπως έλεγε κάποτε και ο Γούντι Άλεν, το φιλμ μπορεί να είναι ένα κορυφαίο φιάσκο. Για εκείνους που αναγνωρίζουν την αξία της αυτοϊκανοποίησης, είναι μια… θαρραλέα αποτυχία.

Είναι εξόφθαλμα προφανές ότι το αγόρι που σπουδάζει για να γίνει σκηνοθέτης στην ταινία είναι το απόλυτο alter ego του Γκασπάρ Νοέ: είναι περιττό, ειδικά για εμάς τους fans που το(ν) γνωρίζουμε, να ακούμε τον ήρωα να λέει πως η καλύτερη ταινία όλων των εποχών είναι το «2001» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ (είναι όντως η αγαπημένη του Νοέ) ή να μοιράζεται μαζί μας τη φιλοδοξία του να γυρίσει στο μέλλον φιλμ που θα είναι γεμάτα «αίμα, σπέρμα και ιδρώτα» (η φιλμογραφία του Νοέ, δηλαδή). Τα πάντα, λοιπόν, είναι Νοέ στο «Love». Αλλά χωρίς να πηγαίνει το σινεμά του λίγο παραπέρα.

Στην ουσία, αυτή η ταινία συνοψίζει τη μέχρι σήμερα δουλειά του, λες κι ύστερα η καριέρα του θα πάρει μια εντελώς απότομη αλλαγή πορείας ή… θα πεθάνει (ένα είδος εσωτερικού του φόβου;). Έχουμε, δηλαδή, ένα mash-up από έμμεσες αναφορές στα φιλμ του (για παράδειγμα, η μακέτα του σεξοξενοδοχείου LOVE από το «Enter the Void», που παρατηρεί εύκολα κανείς στην κρεβατοκάμαρα του πρωταγωνιστή), μαζί με απανωτά κλεισίματα του ματιού στους τοίχους κάθε διαμερίσματος (με αμέτρητα posters ταινιών που αγαπά ο Νοέ), στα οποία ο ίδιος ο σκηνοθέτης δείχνει να δίνει μεγαλύτερη σημασία, αφήνοντας σε… δεύτερη μοίρα την αφήγηση του «Love».

Η ιστορία δεν ξετυλίγεται με γραμμικό τρόπο, με τον Νοέ να δοκιμάζει ένα σχεδόν déjà vu τερτίπι που πάει να θυμίσει τη λογική τού «Μη Αναστρέψιμος» (2002), αλλά για να μην κατηγορηθεί για επανάληψη, καταλήγει να πραγματοποιεί κάτι σαφώς πιο… ατσούμπαλο: δεν υπάρχει καμία έννοια φιλμικής timeline στην ταινία. Πηγαίνουμε προς τα πίσω, κυρίως, όμως τα απανωτά flashbacks και η άναρχη επιστροφή στο σήμερα (καθ’ όλη τη διάρκεια του φιλμ!) δείχνουν να εξυπηρετούν μονάχα την απόπειρα «συγκάλυψης» που αφήνουν πολλές σεναριακές τρύπες οι οποίες σχετίζονται με τους δεσμούς των τριών κεντρικών χαρακτήρων. Όσο και να προσπαθήσεις, δεν θα καταλάβεις πλήρως το πότε και ακριβώς γιατί «στράβωσε» αυτό το ερωτικό τρίγωνο, με τον Νοέ να ρίχνει το μεγαλύτερο φταίξιμο… στις δύο κοπέλες! Μα, φυσικά. Όλη η ταινία μοιάζει με εφηβική φαντασίωση ενός straight αγοριού, που χάνεται στην καύλα τού ασταμάτητου σεξ, κάνει πραγματικότητα το όνειρο ενός «τριολέ», αλλά μπροστά σε ευθύνες (ακόμη και – ανεπιθύμητης – πατρότητας) και συναισθηματικές υποχρεώσεις ή πίστη σε μια σχέση, εκείνος… στρίβει ένα τσιγαριλίκι και σκέφτεται την Τέχνη του! Η μοναδική παραδοχή της ήττας είναι όταν μένει ολοκληρωτικά μόνος. Αλλά κι εκεί, το εκφράζει / «φιλτράρει» μέσα από το σεξ: «Ο πούτσος έχει μονάχα έναν λόγο ύπαρξης: να γαμάει. Κι εγώ τα γάμησα όλα.»!

Μιλώντας για σεξ, εδώ «κρύβεται» και ο πραγματικός λόγος ύπαρξης (μετά τον… αυτοθαυμασμό του δημιουργού!) τού «Love». Ο Νοέ ήθελε να σκηνοθετήσει ανθρώπους που κάνουν έρωτα. Ή σεξ. Ή γαμιούνται. Όπως θέλεις πες το. Σα να είναι κανονικοί άνθρωποι, στην αληθινή ζωή. Όπως το κάνεις εκεί έξω (ΟΚ, οι straight άνδρες και τα κάπως «curious» κορίτσια, έστω). Αυτή η παρένθεση, βέβαια, φανερώνει και έναν παράδοξο συντηρητισμό που ταυτίζεται με τον ήρωα / Νοέ: το αγόρι δεν γουστάρει σεξουαλικές «αποκλίσεις» και πειράματα σε κάτι πιο βιτσιόζικο (δες τις σκηνές του swingers club και με την transsexual πόρνη). Είναι παραδοσιακός γαμιάς. Εδώ κάπως μειδιάς, είναι η αλήθεια…

Παρ’ όλα αυτά, οι ερωτικές σκηνές του «Love» αποτελούν ό,τι πιο ειλικρινές έχουμε δει σε αυτόν τον τομέα, σε ολόκληρη την ιστορία του σινεμά! Χωρίς κομπλεξισμούς ή διαφοροποιήσεις στην απεικόνιση και τη… λειτουργία των οργάνων αρσενικού και θηλυκού, το σεξ στο «Love» είναι καθαρό, φυσικό, όχι πορνογραφικό και, στην τελική, πραγματικά ερεθιστικό. Μπορεί οι πρωταγωνιστές της ταινίας να μην μπόρεσαν να διεκδικήσουν το οποιοδήποτε βραβείο ερμηνείας για την υποκριτική τους, όμως αυτό που κάνουν όταν γαμιούνται είναι κινηματογραφικά πρωτόγνωρο! Και διασκεδαστικό! Σε κάνει να μπορείς να το παρακολουθήσεις χωρίς να αισθάνεσαι ότι κοιτάς μέσα από μια κλειδαρότρυπα, σου λέει ότι στην Τέχνη δεν είναι σωστό να το βλέπουμε διαφορετικά απ’ ότι στη ζωή. Σου ανοίγει τα μάτια και το μυαλό. Στο 2015! Σε μια ταινία που είναι μια μεγάλη αποτυχία. Αλλά, έστω, γαμάει!

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Ταινία που αφορά το σαφώς περισσότερο κινηματογραφόφιλο κοινό ή (αποκλειστικά) τους γνώστες της φιλμογραφίας του Νοέ, που έτσι κι αλλιώς… δεν είναι και τόσο συμπαθής σε κανέναν από τους κύκλους των θεατών. Οι τελευταίοι θα δουν εδώ την πιο μέτρια (στο σύνολο) δουλειά του. Το κομμάτι του σεξ (και σε 3D, παρακαλώ!) θα μαγνητίσει μερίδα «περίεργου» κοινού που θα… φρικάρει κανονικά και, λογικά, θα χλευάσει μεγαλοφώνως εντός αιθούσης. Για ιστορικούς λόγους, αυτή είναι η μοναδική αιτία για την οποία θα μπορούσε να συστήσει κανείς το «Love». Τέτοια… αγάπη δεν θα έχεις ξαναδεί σε σινεμά (ούτε καν σε τσοντάδικο!).


MORE REVIEWS

ΓΑΖΑ, ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ

Ηλικιωμένος ψαράς στη Γάζα είναι κρυφά ερωτευμένος με γυναίκα που βλέπει καθημερινά στην αγορά. Η τυχαία ανεύρεση αρχαίου αγάλματος περιπλέκει τα αισθηματικά του προβλήματα.

ΕΡΗΜΗ ΧΩΡΑ

Σ’ ένα απομακρυσμένο, παραδοσιακό εργοστάσιο παραγωγής τούβλων, ένας άνδρας θα «παίξει» το τελευταίο χαρτί της προσωπικής του επανάστασης, όταν το αφεντικό ανακοινώσει το κλείσιμό του και, συνακόλουθα, την απόλυση των λιγοστών εργαζόμενων σ’ αυτό.

ΣΚΗΝΕΣ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΓΑΜΟ

Δέκα χρόνια σχέσης, γάμου και χωρισμού, μέσα από στιγμές της ζωής της Μαριάν και του Γιόχαν.

ΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΤΩΝ ΧΑΜΕΝΩΝ ΨΥΧΩΝ

Φιλόδοξος τυχοδιώκτης, με ταλέντο να χειραγωγεί τους ανθρώπους, ανέρχεται κοινωνικά παριστάνοντας το μέντιουμ και σε συνδυασμό με μία ψυχίατρο δίχως ηθικές αναστολές, ετοιμάζεται να κατακτήσει τον κόσμο, παραγνωρίζοντας τη σημασία του… «απ' τα ψηλά στα χαμηλά».

ΡΑΪΝΕΡ ΒΕΡΝΕΡ ΦΑΣΜΠΙΝΤΕΡ

Η ζωή του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, όπως την όρισε η σκηνοθετική του καριέρα μέσα στο διάστημα μιας δεκαπενταετίας.