FreeCinema

Follow us

Ο ΜΟΝΟΣ ΕΠΙΖΩΝ (2013)

(LONE SURVIVOR)

  • ΕΙΔΟΣ: Πολεμική Περιπέτεια
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Πίτερ Μπεργκ
  • ΚΑΣΤ: Μαρκ Γουόλμπεργκ, Μπεν Φόστερ, Εμίλ Χερς, Τέιλορ Κιτς, Έρικ Μπάνα, Αλί Σουλιμάν
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 121'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: AUDIO VISUAL

Ολιγομελής ομάδα Αμερικανών πεζοναυτών, στέλνεται σε βουνά του Αφγανιστάν με σκοπό να πιάσει ή να σκοτώσει αδίστακτο τρομοκράτη, αρχηγό των Ταλιμπάν. Η αποστολή, όμως, στραβώνει και οι σκληροτράχηλοι μάγκες θα χρειαστεί να τα βάλουν με έναν ολόκληρο στρατό από πωρωμένους ισλαμιστές.

Τα τελευταία χρόνια, βλέπουμε συχνά στον κινηματογράφο επιδείξεις ανδρείας και αμερικάνικου πατριωτισμού. Τα «κομάντα», που, με περίσσεια αυτοθυσία ή και άγνοια κινδύνου, περιμένουν από την εμπόλεμη κατάσταση στο Αφγανιστάν να τους χρίσει ήρωες, έχουν δώσει από οσκαρικές περιπέτειες με υπαρξιακές προεκτάσεις για τον εθισμό στη μάχη («The Hurt Locker»), μέχρι χρονικά αναζήτησης διάσημων τρομοκρατών με αισθητική τηλεοπτικού ρεπορτάζ («Zero Dark Thirty»). Πέρα, όμως, από το βλοσυρό σκηνοθετικό ύφος και τις αμφιλεγόμενες ιδεολογικές τοποθετήσεις της Κάθριν Μπίγκελοου, υπάρχουν κι άλλες δυνατότητες προσέγγισης τέτοιων ιστοριών. «Ο Μόνος Επιζών» αφήνει (όχι εντελώς, αλλά περίπου) στην άκρη τις πολιτικές διαστάσεις τού θέματος και εστιάζει περισσότερο στις άμεσες, τις ωμά ανθρωποκεντρικές. Αυτές που αφορούν τον ίλιγγο να ισορροπείς στο λεπτό σκοινί που χωρίζει τη ζωή από το θάνατο, στηρίζοντας κάθε ελπίδα επιβίωσης στην καλή χρήση ενός όπλου. Υπάρχει κάτι άγριο, μη αναγώγιμο στην καθημερινή μας εμπειρία και ουσιαστικά καθηλωτικό, στον τρόπο με τον οποίο αυτοί οι άνθρωποι συμπυκνώνουν όλο το χρόνο τους σε μια και μοναδική στιγμή, με την απειλή μιας άμεσης εκμηδένισης, κρεμασμένη πάνω από τα κεφάλια τους. Επειδή κανένας μας δεν προβλέπεται, στη διάρκεια της ειρηνικής, πολιτισμένης ζωής του, να αγχωθεί μη φάει καμιά σφαίρα στο δόξα πατρί, το βίωμα που προσφέρει η παρακολούθηση μιας, σε πραγματικό χρόνο, στρατιωτικής συμπλοκής, είναι, αν μη τι άλλο, έντονο. Αυτό κατάλαβε ο σκηνοθέτης Πίτερ Μπεργκ κι έβαλε τα δυνατά του για να μας το δώσει, όσο γίνεται πιο καθαρά.

Πράγματι, σαν προσομοίωση μάχης, η ταινία του ρίχνει στο «ψαχνό». Εκπληκτικά μονταρισμένη και αιματοβαμμένα ρεαλιστική, απογειώνεται με το που αρχίζει το πιστολίδι. Οι σκηνές που προηγούνται της δράσης, απ’ την άλλη, είναι όσο πρέπει «πληροφοριακές», δίνοντας την απαραίτητη υπόσταση στους χαρακτήρες (προκειμένου να νοιαζόμαστε γι’ αυτούς όταν θα τα βρουν σκούρα), χωρίς, όμως, να κάνουν κατάχρηση της υπομονής μας. Παρά το γεγονός ότι εξαρχής σου δίνεται η αίσθηση πως πρόκειται να παρακολουθήσεις κάτι ποιοτικό, με τη σοβαροφάνεια και τους αργούς ρυθμούς ενός «Hurt Locker» για παράδειγμα, γρήγορα καταλαβαίνεις πως ο Μπεργκ δεν έχει σκοπό να θυσιάσει τον παράγοντα της αδρεναλίνης και του σασπένς, στο βωμό της όποιας «οσκαρικότητας». «Ο Μόνος Επιζών», μετά από μια σύντομη παρουσίαση των ηρώων του, ανεβάζει ταχύτητες και μπαίνει στο ψητό. Με μια ζηλευτή αφηγηματική οικονομία και μια πολύ σωστή αίσθηση του επείγοντος, μας «προσγειώνει» στον πυρήνα της πλοκής. Κι ύστερα δεν υπάρχουν δικαιολογίες. Είμαστε εκεί, μαζί τους. Εγκλωβισμένοι σε μια οριακή κατάσταση, απ’ αυτές στις οποίες καλείσαι να αποδείξεις στην πράξη, κι όχι στα χαρτιά, αν είσαι άνθρωπος ή κτήνος, και όπου ο βερμπαλισμός ή οι εύκολες θεωρίες τού καναπέ δεν έχουν καμιά θέση. Οι υπαρξιστικές προεκτάσεις της ταινίας, δεν προκύπτουν από κάποια αυτάρεσκη διάθεση του δημιουργού αλλά με τον βίαια ρεαλιστικό τρόπο που τίθενται τα διλήμματα στον πόλεμο: επιτακτικά, με την κάθε απόφαση να δεσμεύει ολοκληρωτικά, χωρίς δυνατότητα για πισωγυρίσματα. Μετά δε μένουν παρά οι πυροβολισμοί. Και σε ό,τι αφορά αυτούς τους τελευταίους, η δουλειά που έχει γίνει είναι εξαιρετική. Σχεδόν νιώθεις τις σφαίρες να τρυπούν τη δική σου σάρκα.

Παρά τις κατασκευαστικές αρετές της, όμως, η ταινία δεν μπορεί να αποφύγει εντελώς μια, έστω περιορισμένη, καταφυγή στη συντηρητική «σαβούρα» που πάει πακέτο με το μιλιταρισμό. Δυστυχώς, η πατρίδα, ο Θεός και η οικογένεια διαφαίνονται πίσω από τους ήρωες, σα δυνάμεις που τους ατσαλώνουν και τους βοηθούν να αντέξουν, ενώ η ατάκα που ξεστομίζει ο χαρακτήρας του Μπεν Φόστερ σκοτώνοντας έναν Ταλιμπάν («πέθανε για την πατρίδα σου, εγώ θα ζήσω για τη δική μου»), μοιάζει προορισμένη να ενοχλήσει πολύ κόσμο. Θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ότι αυτή είναι η πραγματικότητα των στρατιωτών, αυτή και η (ομολογουμένως φασίζουσα) ιδεολογία τους κι αφού ο σκηνοθέτης επιχειρεί μια ρεαλιστικότατη αναπαράσταση, δε θα μπορούσε να κάνει τα στραβά μάτια, ειδικά απ’ τη στιγμή που πρόκειται και για αληθινή ιστορία. Όταν, όμως, οι εχθροί των Αμερικάνων, είναι – κλασικά – τα αιμοδιψή τέρατα που κόβουν κεφάλια, ενώ αντίθετα τα «παλικάρια» τους εμφορούνται μόνο από αγάπη προς τον πλησίον και τα ιδανικά τής ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της δημοκρατίας, τότε δυσκολεύεσαι να μιλήσεις για αντικειμενικότητα ή αποστασιοποίηση. Κάποια στιγμή, βέβαια, οφείλουμε να παραδεχτούμε απερίφραστα πως μια περιπέτεια, προκειμένου να εξασφαλίσει την ταύτιση του θεατή της, δεν μπορεί παρά να γίνει, θέλοντας και μη, μανιχαϊστική. Η πραγματικότητα, όντως, δεν κατοικείται από «καλούς» και «κακούς». Η ταινία, όμως, σαν παιχνίδι με τις άμυνες, τα συναισθήματα, τις προσδοκίες, τους φόβους τού κοινού της, χρειάζεται τους «μπαμπούλες» της.

Όσοι μπορούν να αποδεχτούν κάτι τέτοιο, θα απολαύσουν το φιλμ για αυτό που είναι: μια αποτελεσματική ταινία δράσης. Οι πιο αυστηροί, ήδη από την εναρκτήρια σεκάνς (όπου παρουσιάζονται ντοκιμαντερίστικα οι πραγματικές, σκληρές συνθήκες εκπαίδευσης των πεζοναυτών), θα δουν στον «Επιζώντα» έναν ακροδεξιό ύμνο στα στρατιωτικά ιδανικά και θα του γυρίσουν την πλάτη. Καμιά από τις δυο κατηγορίες δεν μπορείς να κατηγορήσεις. Οι ακομπλεξάριστοι, πάντως, συνήθως έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να περάσουν καλά. Όχι μόνο στο σινεμά, και στη ζωή τους, γενικότερα.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Όσοι ξελαρυγγιάζονται έξω απ’ την αμερικάνικη πρεσβεία με συνθήματα όπως «φονιάδες των λαών, Αμερικάνοι», θα ξενερώσουν άσχημα με το Γουόλμπεργκ και την παρέα του. «Ο Μόνος Επιζών», όμως, τηρεί τα προσχήματα και δε θα σε φλομώσει στους υπερπατριωτικούς παιάνες μόνο. Θα σου προσφέρει κι ένα συναρπαστικό δίωρο ανάμεσα σε εκρήξεις, κάλυκες και απότομες καταβάσεις βουνών. Macho ηρωισμός και – στα όρια του γουέστερν – μπαρουτοκαπνισμένη ατμόσφαιρα εγγυώνται, τουλάχιστον, εκ του ασφαλούς διασκέδαση και πολλές κομμένες ανάσες.


MORE REVIEWS

ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ 2021

Για 27η χρονιά, το καθιερωμένο ραντεβού των Αθηναίων που θέλουν να γιορτάζουν την αγάπη τους για το σινεμά δίνεται και πάλι σε τούτη την πόλη, από τις 22 Σεπτεμβρίου έως και τις 3 Οκτωβρίου, με εκατοντάδες ταινίες απ’ όλο τον κόσμο, τρία διαγωνιστικά τμήματα, ειδικά αφιερώματα, ντοκιμαντέρ, πρεμιέρες της εγχώριας παραγωγής και ελληνικά φιλμ μικρού μήκους. Έτοιμοι για Νύχτες Πρεμιέρας;

ΜΠΛΕ ΒΑΛΤΟΣ

Κορεάτης που υιοθετήθηκε από αμερικανική οικογένεια και μεγάλωσε στα bayou της Λουιζιάνα, κινδυνεύει με απέλαση, ενώ η γυναίκα του περιμένει να γεννήσει το παιδί τους. Από δίπλα, ο πρώην σύζυγός της και αστυνομικός βάζει διαρκώς εμπόδια στη ζωή τους, διεκδικώντας τη μικρή κόρη που είχε αποκτήσει μαζί της προ ετών.

ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΑΝΗΛΙΚΟΥ

Με τον επτάχρονο γιο τους να έχει δηλωθεί εξαφανισμένος από camping στα Χάιλαντς της Σκωτίας, ο Έντμοντ και η Τζόαν προσπαθούν να εξηγήσουν τα αίτια του συμβάντος μέσα (και) από το προσωπικό δράμα του χωρισμού τους, ενώ οι Αστυνομικές Αρχές υποψιάζονται πως το παιδί έχει πέσει θύμα απαγωγής.

ΕΝΑΣ ΘΡΙΑΜΒΟΣ

Ο Ετιέν, ένας θεατρικός ηθοποιός του οποίου η καριέρα έχει πάρει την κάτω βόλτα, αναλαμβάνει να καταρτίσει μια θεατρική ομάδα στις φυλακές, σε μία απέλπιδα προσπάθεια να παραμείνει στα πράγματα. Παρά τις αρχικές δυσκολίες, την αδιαφορία των φυλακισμένων, αλλά και τους τετριμμένους μύθους με ηθικά διδάγματα, ο Ετιέν θα έχει την ιδέα για κάτι φαινομενικά ακατόρθωτο: μια παράσταση εκτός φυλακής, με τους κρατούμενους να ερμηνεύουν το «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Μπέκετ!

ΕΚΡΗΚΤΙΚΟ ΚΟΚΤΕΪΛ

Μία επαγγελματίας δολοφόνος θ’ αποφασίσει να πάρει εκδίκηση από την «εταιρεία» στην οποία «εργάζεται», όταν μια αποστολή της «στραβώνει», θέτοντας έτσι σε άμεσο κίνδυνο τη ζωή ενός οκτάχρονου κοριτσιού.